"Πού ήσουν;" η αυστηρή φωνή του ηχεί στα αυτιά μου, καθώς κλείνω κουρασμένη την πόρτα πίσω μου.
Γυρίζω προς το μέρος του, μ' ένα αδιάφορο βλέμμα. Ύστερα, αρχίζω να βαδίζω προς την κρεβατοκάμαρά μου, αγνοώντας την ερώτησή του. Η σπαστική φωνή του όμως με σταματά.
"Πού ήσουν, γαμώτο;" φωνάζει εξοργισμένος, καθώς με πλησιάζει.
"Δεν σε αφορά." λέω κοφτά, ώστε να γίνω κατανοητή. Τείνω να φύγω, όμως το γυμνασμένο χέρι του με τραβάει κοντά του. Τα πρόσωπά μας απέχουν μόλις λίγα εκατοστά. Η βαριά ανάσα του σκάει στο πρόσωπό μου και μόνο απ' αυτό μπορώ να καταλάβω ότι έχει πιει.
"Πάλι σε αυτόν τον χλεχλέ ήσουν; Δεν νομίζεις πως η ηλικία σου δεν σου επιτρέπει να πηδιέσαι;" ρωτάει, πιέζοντας τα χείλη του σε μία ευθεία γραμμή. Πλέον τα νεύρα μου χτυπάνε κόκκινο.
"Μήπως πρέπει να σου θυμίσω ότι μόλις έκλεισα τα 17, ε; Και επιπλέον ποιός είσαι εσύ που θα μου κάνεις ανάκριση κάθε φορά: πού είμαι, με ποιόν είμαι και με ποιόν πηδιέμαι;" φωνάζω στον ίδιο τόνο, σηκώνοντας ενοχλημένη το φρύδι μου.
"Αυτός!" λέει και πριν προλάβω να τον ρωτήσω τι εννοεί, απαντάει στις σκέψεις μου, σφραγίζοντας τα χείλη του με τα δικά μου.
"Κλείσε τα μάτια σου" μου λέει στο άσχετο και πλέον ήρεμος. Προσπαθώ να χαλαρώσω τις ανάσες μου από την ένταση της στιγμής.
"Τι;" τον ρωτάω στην προσπάθεια μου να καταλάβω γιατί μου ζητάει κάτι τέτοιο.
"Κλείσε τα μάτια σου, Άντα" επαναλαμβάνει σοβαρός και ξεφύσαω.Κάνω αυτό που λέει και σταυρώνω τα χέρια μου κάτω από το στήθος μου.
"Ωραία, τα έκλεισα. Τώρα;" τον ρωτάω τσιτωμένη χωρίς τα νεύρα που είχα να μου έχουν περάσει. Νιώθω την ανάσα του υπερβολικά κοντά στο πρόσωπο μου και τα χείλη του σχεδόν ακουμπούν τα δικά μου.
"Τι κάνεις Στέφανε;" αναφωνώ μόλις τα χέρια του μετακινουνται στην μέση μου.
" Σςς, σκάσε και φίλα με"
DON'T COPY THE STORY