Τίποτα δεν είναι τυχαίο... Αδιανόητο να χωρέσει στον ανθρώπινο νου, ότι τρεις έφηβοι, βρέθηκαν στο λάθος σημείο, την λάθος στιγμή! Αν όμως δεν είναι έτσι; Αν ήταν στο κατάλληλο σημείο, την κατάλληλη στιγμή; Τότε, γιατί; Γιατί σ' αυτούς; Ποιός να ήθελε να σκοτώσει μια γυναίκα με τόσο κύρος και επιρροή; Και ποιός να θέλει τώρα να κάνει τους τρεις μάρτυρες να σωπάσουν μια για πάντα; Οι καμπάνες στο ρολόι της πόλης ήχησαν στις 19:47... 13 λεπτά νωρίτερα...Γιατί; Μην χάνεις την ελπίδα σου λένε...Γιατί; Το ρολόι ήχησε 19:47 για δεύτερη φορά...και το πτώμα δεν ήταν πια εκεί...θα ξεφύγει...ίσως...μα απροσπέλαστα τα όνειρα των οργισμένων...
Ακολουθήστε τρεις έφηβους σε ένα παιχνίδι της μοίρας, η οποία τους ένωσε για να ανακαλύψουν τους εαυτούς τους, ανακαλύπτοντας ταυτόχρονα ένα κόσμο πρωτόγνωρο, ένα κόσμο θαυμάτων αλλά και ένα κόσμο όπου η ισορροπία χάθηκε πριν από αιώνες, ωστόσο μία προφητεία ξεχασμένη κάπου, σε ένα σκουριασμένο, ξύλινο ντουλάπι, περιμένει ακόμη να εκπληρωθεί...
"ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΣΕ ΞΑΝΑΔΏ ΜΠΡΟΣΤΆ ΜΟΥ" μου φωνάζει καθώς πιάνει ένα βάζο και το ρίχνει στο πάτωμα.
Χιλιάδες γυαλιά εκτοξεύονται στο πάτωμα ενώ μερικά στα πόδια μου.
"Άσε με να σου εξηγήσω..."ψιθυρίζω και πάω να τον ακουμπήσω στο μπράτσο αλλά με σπρώχνει μακριά.
"Τι να μου εξηγήσεις ρε Δανάη; ΤΙ; ΣΑΣ ΕΙΔΑ"ουρλιάζει σφιγγοντας τις μπουνιές του. Το στήθος του ανεβοκατεβαίνει και παίρνει βαθιές ανάσες.
Δεν θέλει να με ακούσει. Υπάρχει εξήγηση αλλά εκείνος δεν θέλει να με βλέπει από εδώ και στο εξής.
"Όταν μάθεις την αλήθεια θα καταλάβεις πόσο μεγάλο λάθος κάνεις αυτή την στιγμή και θα είναι αργά. Πολύ αργά" του λέω σκουπιζοντας τα δάκρυα από τα μάγουλα μου.
Τα λόγια που μου είπε ήταν σκληρά. Η στάση του απέναντι μου ήταν σκληρή.
Ίσως εδώ τελειώνουν όλα.