«Είμαι ο Τζόνι», της είπα, δαγκώνοντας τα χείλη να μη χαμογελάσω. «Εσύ ποια είσαι;»
«Η Σάνον», ψιθύρισε.Τα βλέφαρα της βάρυναν λίγο, γρήγορα όμως άνοιξαν και πάλι όταν σκούντησα τα μάγουλα της. «Σαν τον ποταμό», πρόσθεσε με έναν μικρό στεναγμό.
Γέλασα με την απάντηση της.
«Λοιπόν, Σάνον σαν τον ποταμό», είπα ανάλαφρα, προσπαθώντας απεγνωσμένα να την κρατήσω ξύπνια, να μιλάει . «Οι γονείς σου έρχονται. Μάλλον θα σε πάνε στο νοσοκομείο για να σου ρίξουν μια ματιά».
«Τζόνι», βόγκηξε και μόρφασε. «Τζόνι.Τζόνι.Τζόνι.Δεν είναι καλό αυτό...»
«Ποιο;» την κέντρισα να συνεχίσει. «Ποιο δεν είναι καλό;»
«Ο μπαμπάς μου». ψιθύρισε.
Έσμιξα τα φρύδια. «Ο μπαμπάς σου;»
«Μπορείς να με σώσεις;»
Συνοφρυώθηκα. «Θέλεις να σε σώσω;»
«Από ποτέ έχεις να κάνεις;»με ρωτάει ξεκάρφωτα και γυρίζω να τον κοιτάξω μπερδεμένη.
«Τι να κάνω;»δεν καταλαβαίνω. Τι θέλει να μάθει ακριβώς μέσα από αυτή τη συζήτηση;
«Σεξ ρε μαιμούδι, τι άλλο;»στο άκουσμα της λέξης γουρλώνω τα μάτια μου και σταματάω να κουνάω τα χέρια μου μέσα στο νερό.
«Μη μου κάνεις τέτοιες ερωτήσεις!»του απαντάω κάπως τσιριχτά και τον ακούω να χασκογελάει. Τι βλάκας!
«Έλα ρε Αγγελικούλα, απλά πες μου. Θέλω να μάθω» παλιό σεξομανή κουτσομπόλη.
«Να μην σε νοιάζει, είναι κάτι προσωπικό και καλό είναι να μην κάνεις τέτοιες ερωτήσεις σε κορίτσια»τον επιπλήττω σαν να είμαι η μαμά του και το βλέμμα του σοβαρεύει στα ξαφνικά ελαφρώς.
Επικρατεί λίγη σιωπή και ανακουφίζομαι κάπως αφου σκέφτομαι ότι αυτή η συζήτηση τελείωσε. Συνεχίζω αμέριμνη να κολυμπάω τριγύρω ώσπου η φωνή του με σταματάει.
«Έχεις να κάνεις από το καλοκαίρι μαζί μου;»
Την βάψαμε.
DON'T COPY THE STORY.