Μέρες πολλές ζούσε εκεί, σε έναν απλό κόσμο. Δέκα χρόνια.
Ηταν ένα αθώο παιδί που δεν γνώριζε πως να ξεχωρίσει τη χαρά από τη λύπη και τη φρίκη.
Μια μέρα όμως το κατάφερε.
Κατάλαβε επιτέλους τα λάθη στο ταξίδι του. Η ζωή του χωρίς νόημα, θαμμένη μες στη στάχτη. Ζωή δίχως ευτυχία ή στοργή."Γιατί;", ρωτά το άδειο δωμάτιο μονολογώντας με την γλυκιά του φωνή.
Ξαφνικά όμως συνειδητοποιεί ότι δεν είναι μόνος τελικά. Ακούει μια παράξενη φωνή να μιλάει απορημένα "Πονάει;", ζητώντας πάντα μια απάντηση μέσ'απ'τις σκιές.
Εκείνος ανατριχιάζει και δεν δίνει απάντηση."Γιατί;", ξαναρωτάει καθώς η φωνή του σβήνει...
Την σκιά αρχίζει να την καταπίνει το σκοτάδι, αντί όμως να το δεχθεί όπως έκανε πάντοτε, αντιστέκεται.
Πετάγεται το χέρι της από την άλλη διάσταση, μεγάλο, σαν βαμμένο με πίσσα, φρικιαστικό. Το αγόρι φοβάται και ταράσσεται, κλείνει τα μάτια κρατώντας την ανάσα του καθώς το καταπίνει το σκοτάδι. Τα φώτα σβήνουν...Η μήπως ανοίγουν;
*Παρακαλώ μην αντιγράψετε την ιστορία, είναι άσκοπο*