
Σκωτια, 1750 μ.Χ. <<Εξοχότατε... Ήρθε ένας περίεργος ηλικιωμένος και ζήτησε να σας δει... Λέει ότι τον γνωρίζετε>> ξεστόμισε ο υπηρέτης και έριξε το βλέμμα του στο έδαφος. Ο βασιλιάς κοίταξε τον ταπεινωμένο ανθρωπάκο μπροστά του και έκανε νεύμα να περάσει ο επισκέπτης... Ένας μικροκαμομενος γέρος έκανε την εμφάνιση του στην αίθουσα με σκυμμένο το κεφάλι... Ένα ψύχος διαπέρασε τους τοίχους του παλατιού και και το παλάτι σκοτείνιασε. <<Πως τολμάς και υπερηφανεύεσαι ότι με ξέρεις;>> Ο ηλικιωμένος άρχισε να γελά... Ο βασιλιάς παραξενεύτηκε από την συμπεριφορά του... <<Εσύ πως τολμάς βασιλιά της δεκαρας να μιλάς κατά αυτόν τον τρόπο σε έναν αξιοτερο σου;>> Ο ηλικιωμένος τον κοίταξε στα μάτια και έβγαλε την κάπα που φορούσε... <<ΕΓΩ ανάξιε είμαι ο βασιλιάς των Χριστούγεννων και θα πληρώσεις που φερεσαι αποτρόπαια και σκληρά...>> Με μιας βγάζει το σκήπτρο του και κάνει στήλη πάγου τον απληστο βασιλιά... ____________________________________ <<Απο εκεί αρχίζει ή ιστορία εγγονουλα μου... Και από τότε κανένας δεν μιλά πλέων για τα χριστούγεννα... Μέχρι σήμερα...>> Της είπε ψιθυριστά ή γιαγιά της...(CC) Attrib. NonCommercial