Πριν γραφτεί ο χρόνος σε πέτρα και στάχτη, σε μία γη όπου τα ποτάμια μιλούσαν και τα δέντρα θυμούνταν εποχές χρυσές, οι δράκοι βάδιζαν πλάι στους ανθρώπους και οι σκιές τους έπεφταν μαζί στο ίδιο φως. Δεν υπήρχαν σύνορα τότε, μονάχα πέτρινα μονοπάτια σμιλεμένα από φωτιά και γέλια. Οι φτερούγες των ερπετών σκέπαζαν τα χωριά τη νύχτα, και οι άνθρωποι τραγουδούσαν για να νανουρίσουν τους ουρανούς. Οι νάνοι σφυρηλατούσαν άστρα για όλους, οι ξωτικοί ύφαιναν τον άνεμο σε μελωδίες και οι δράκοι, με ανάσα θερμή σαν αυγή καλοκαιριού, άναβαν τις εστίες όταν ο Χειμώνας λύγιζε τη γη του Νάϊθριλ.
Κάτι όμως ράγισε μέσα στις καρδιές. Κάποιος ψιθύρισε λόγια δηλητηριασμένα, πως η εξουσία ανήκε σε λίγους. Και ο ψίθυρος έγινε νόμος, και ο νόμος έχτισε τείχη που βάφτηκαν άλικα. Οι άνθρωποι κοιτούσαν πια τον ουρανό με καχυποψία, σαν να τον σκέπαζε αρχαία κατάρα. Οι δράκοι άρχισαν να πετούν ψηλότερα, πιο μόνοι και οργισμένοι. Οι γέφυρες που χτίστηκαν κάποτε με τραγούδια, γκρεμίστηκαν από κατάρες. Η φωτιά έγινε όπλο και η φωνή έγινε κραυγή.
Από τότε οι δράκοι κρύφτηκαν στα δικά τους σκοτεινά βασίλεια, πίσω από κακοτράχαλα βουνά και οι υπόλοιπες φυλές πίσω από πέτρες και θρύλους. Η αλλοτινή φιλία έγινε μύθος που παρηγορούσε τα παιδιά. Μα τη νύχτα, όταν ο άνεμος επισκέπτεται ξανά την ανθρώπινη γη, ακούγεται ακόμη το τραγούδι των περήφανων ερπετών. Ένα τραγούδι νοσταλγίας.
Γιατί οι δράκοι δεν τραγουδούσαν για τη φωτιά, μα για τις μέρες εκείνες που ο κόσμος δεν χωριζόταν σε φυλές αλλά σε φίλους που μαζεύονταν γύρω από την ίδια ιερή φλόγα. Και όποιος προσεκτικά ακούσει το τραγούδι τους, ίσως θυμηθεί πώς έμοιαζαν οι καιροί που βασίλευε η ειρήνη.
Μιας που είχα έμπνευση απλώς σημείωσα αυτά τα λόγια που ήρθαν στο μυαλό μου. Όπως και σε πολλές ιστορίες όλη η πλοκή ξεκίνησε από μία λέξη ή μία σκηνή!