|Παράδεισος: Μια μικρή γεύση απ' τα επόμενα|
Βγήκα από το αυτοκίνητο σχεδόν σκοντάφτοντας, κατευθυνόμενη κατευθείαν προς τον επιτιθέμενο. Και τότε την είδα. Και η καρδιά μου έχασε ένα χτύπο. Η γυναίκα που κρατούσε τον Αλέξανδρο στον αέρα, κρατώντας τον από το γιακά του ρούχου σαν να ζύγιζε όσο ένα φτερό, είχε μαύρα, πολύ ίσια μαλλιά, που έφταναν σχεδόν μέχρι τη μέση. Παρά τη δύναμή της, η σωματική της διάπλαση ήταν λεπτή, και με ξεπερνούσε κατά δέκα εκατοστά σε ύψος. Αλλά δεν ήταν αυτό που με παρέλυσε. Ήταν το πρόσωπό της. Αυτά τα απαλά, σχεδόν παιδικά χαρακτηριστικά... Πολύ παρόμοια με αυτά του Άλεξ.
Γύρισε το κεφάλι της και καρφώσε το βλέμμα της πάνω μου. Τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν ανεξέλεγκτα. Τα μάτια της... ήταν διαφορετικά. Το ένα ήταν ενός πολύ ανοιχτού μπλε χρώματος, σχεδόν γαλάζιο. Και το άλλο ήταν ενός έντονου μαύρου, σαν τον ίδιο τον όνυχα.
«Κατρίνα...» ψιθύρισα.
Εκείνη αναπήδησε.
«Αυτό το όνομα...» μουρμούρισε.
Και, αν και πίστευα ότι ήταν πλέον αδύνατο, ένιωσα την καρδιά μου να ραγίζει ξανά μέσα στο στήθος μου.
Ήταν η φωνή της.