Ο Λούντβιχ αρέσκονταν ορισμένα βράδια, μετά την υπηρεσία, να εξασκείται σε κάτι που από τα χρόνια της χιτλερικής νεολαίας τον βοηθούσε να αποφορτίζεται. Στην πυγμαχία. Τώρα καθώς η παρέα είχε σπάσει, κατέληγε συνήθως να περνά την ώρα του στο υπόγειο μιάς μπυραρίας ενός Γερμανού, που οι αξιωματικοί και οι υπαξιωματικοί το είχαν κάνει στέκι. Το υπόγειο είχε διαμορφωθεί με τρόπο που θύμιζε μιά μικρή αρένα πυγμαχίας. Βασικα, δεν θύμιζε απλώς, είχε γίνει αρένα πυγμαχίας.
« Πολύ επιθετικός είστε σήμερα κύριε λοχαγέ. »
Ο Λούντβιχ έριξε ένα φευγαλέο βλέμμα στον λοχία του.
« Διάλειμμα, πέντε λεπτά. » του είπε λαμβάνοντας ένα καταφατικο νεύμα από τον άνδρα απέναντι του.
« Θα συνεχίσω εγώ μαζί του Φέρλερ. Ελεύθερος. » ήχησε η φωνή του Βίλχελμ. « Πάμε για ένα φιλικό Βαϊσμίλερ ; »
« Ένα τί ; » κάγχασε όλο ειρωνεία ο Λούντβιχ.
« Γάμα το. » είπε ο Βίλχελμ αρχίζοντας να ξεκουμπώνει το χιτώνιο του.
« Αν μπεις εδώ μέσα, μόνο φιλικό δεν θα είναι Φον Όμπερχαϊντ. »
Ζήτω το ΕΑΜ Μέρος ΙΙΙ