υπακούν, εκτός από εκείνη.
Την θεωρούσε έναν μπελά που είχε μπει σαν σίφουνας στην ζωή της αδερφής του και κατέ-επέκταση και στην δική του χωρίς να το επιθυμεί.
Και δεν μπορούσε να την απομακρύνει, η Ρούμπι την λάτρευε.
Όποτε έμπαινε στο δωμάτιο, κάτι μέσα του τεντωνόταν.
Όποτε τον κοιτούσε με εκείνο το ύφος της «μπορώ να σου ανατινάξω τον εγκέφαλο χωρίς να το προσπαθήσω», έχανε για μια στιγμή τον έλεγχο.
Για μια στιγμή όμως.
Μόνο που μια στιγμή… ήταν ήδη πάρα πολύ.
Και το ήξερε.
Γι’ αυτό κρατούσε αποστάσεις.
Γι’ αυτό έβαζε τοίχους.
Γι’ αυτό μιλούσε μαζί της σαν να ήταν το πρόβλημα και όχι… κάτι άλλο.
Γιατί, αν δεν το έκανε…
Ο τρίτος κανόνας της Βικτώριας ίσως να μην ήταν μόνο δικός της.