SEVAS' POV:
Μπήκα σπίτι και έκλεισα την πόρτα του δωματίου μου δυνατά, η μουσική στο τέρμα να παίζει death metal και να θέλω να κοπανήσω κάτι.
Ευτυχώς κάνουμε και μποξ όποτε ο σάκος είναι στην μέση του δωματίου έτοιμος να φάει καμιά δυο! Έβγαλα την μπλούζα μου έβαλα τα γαντια μου και άρχισα να κοπανάω τον σάκο.
-Μμμμμμμμ μμμ μμμμ μμμ μ. Ακούστηκε ένας ενοχλητικός ήχος πέρα από τα ακουστικά μου, δεν έδωσα σημασία. Δεν με νοιάζει είμαι πολύ θυμωμένος αυτή την στιγμή, μάλλον θα είναι η μαμά μου και θα μου λέει να σταματήσω σε καμιά ώρα. Χέστηκα για τώρα.
Τι του βρήκε; Γιατί να της αρέσει; ούτε που τον ξέρει τον τύπο, και στο κάτω κάτω της γραφής θα μπορούσε να βρει έναν πολύ καλύτερο.
Φαντάστηκα το πρόσωπο του Μάρκου στον σάκο. Όταν ένα χέρι με ακούμπησε διακριτικά στην πλάτη μου γύρισα και....
ΘΕΟΔΩΡΑΣ POV:
Ο Σέβας κατέβηκε στην στάση του σχολικού λεωφορείου που ήταν κοντά στο σπίτι του. Με αποχαιρέτησε λίγο αγριεμένα αλλά με πήρε μια αγκαλιά τουλάχιστον πριν φύγει. Περίπου 2 δευτερόλεπτα αλλά ακόμα αγκαλιά.
Βολεύτηκα καλύτερα στην θέση εφόσον είναι κενή από τον Σέβα τώρα. Είδα το πορτοφόλι του όμως. Σκατα, σκέφτηκα. Σηκώθηκα γρήγορα γρήγορα και είπα στον οδηγό να σταματήσει να κατέβω πριν φύγουμε πολύ μακριά από το σπίτι του Σέβα. Βγήκα φουριόζα από το λεωφορείο και έκανα γρήγορο βάδην μέχρι το σπίτι του. Χτύπησα το κουδούνι.
-Τωρα τώρα, μισό λεπτό!!! Ακούω την φωνή της θείας Μαρίνας (ναι λέω την μαμά του Σέβα θεία, όχι δεν είναι πραγματική μου θεία αλλά την γνωρίζω τόσα χρόνια και την νιώθω πολύ κοντά μου) να έρχεται από μέσα από το σπιτι
-Αγαπη μου!!! Πωπωπω μεγάλωσες μωρέ! Πόσο καιρό έχω να σε δω βρε Θεοδώρα μου; Μην ξεχνάς την τρίτη είναι ένα από τα μηνιάτικα παιχνίδια πόκερ! Αρχίζει με το που άνοιξε την πόρτα. Εγώ βέβαια χαμογελάω και πιάνω λίγο την κουβέντα μαζί της.
-Βρε ξεχνιούνται αυτά ρε θεία; Να σου πω να φέρω και εκείνο το κρασί που κρατάμε για πολύ σημαντικές περιστάσεις; Άκουσα πως θα έρθει εκείνος ο μανάβης, Ο κύριος Κώστας μαζί με τον γιο του. Και να σου πω, τσιμουδιά στον κύριο Γιώργο γιατί έτσι και το μάθει θα το πει στους γονείς μου και έχουμε χρησιμοποιήσει την δικαιολογία το ότι ήρθα για τον Σέβα όλες φορές! Άρχισα εγώ, μωρέ πιο κατιναρες από εμάς δεν υπάρχουν! Να μας δείτε μαζί με την φιλη της, την Ασπασία, και την Κατ και εμάς να μιλάμε... Ουυυ θα πούμε μέχρι και τα νέα της διπλανής πόλης και του παραπέρα χωριού.
-Μωρε ναι καλέ, αποκλείεται να το μάθει ο Γιωργάκης μου, θα είναι έξω σε ένα μίτινγκ λέει και θα γυρίσει μετά τις 3ης οπότε έχουμε και εμείς χρόνο μπόλικο! Μου λέει
[μετά από λεπτά συζήτησης]
-Ο Σέβας στο δωμάτιο του είναι; ρωτάω εγώ γιατί για να του δώσω το πορτοφόλι του ήρθα εγώ εδώ, όχι για την θείτσα
-Ναι ναι, έφυγε πάνω τρέχοντας. Φαινόταν λίγο θυμωμένος. Εγινε κάτι; ρωτάει η θεία
-Εμενα ρωτάς βρε θεια; θα πάω να θέσω και θα σου πω. της λέω και εγώ και πάω πάνω
-Σεβα σου έφερα το πορτοφόλι σου που είχε πέσει. του είπα στο τέλος των σκαλοπατιων, ήμουν μακριά αλλά θα με άκουγε έτσι;
Δεν πήρα καμία απάντηση και έτσι προχώρησα προς την πόρτα του. Χτύπησα μια, δυο, τρεις φορές. Μα καλά ψοφισε αυτός;
Ανοίγω την πόρτα και τον βλέπω ημίγυμνο. Μόνο με το τζιν του, ιδρωμένος σε όλο του το σωμα και το καλώδιο των ακουστικών να πετάγεται από εδώ και από εκεί καθώς αναπηδουσε και έδινε μπουνιές στον σάκο του.
-Σεβα; τον ρώτησα λίγο χαμηλόφωνα και μετά άλλη μια πιο δυνατά. Ακουγόταν η μουσική του μέχρι και εδώ, στο τέρμα την έχει βάλει ο τύπος, αν κουφαθεί κουφάθηκε!
-ΣΕΒΑ! του φώναξα αλλά και εκεί καμιά απάντηση.
Τον πλησίασα και ακούμπησα ελαφρά την ιδρωμένη πλάτη του. Γύρισε απότομα και με κοίταξε με ένα δολοφονικό βλέμμα αλλά η έκφραση του γρήγορα έγινε πιο απαλή, πιο γλυκιά, πιο τρυφερή. Προφανώς είχε πολλά νεύρα, πριν από λίγο χτυπούσε τον σάκο σαν μανιακός.
-Καλα βρε αγόρι μου, τι στον διάβολο σε έπιασε και έχεις την μουσική στο full και χτυπάς τον σάκο πιο δυνατά και από τότε που σου απαγόρευσαν τα σουβλάκια για ένα μήνα; του είπα καθώς έβγαλε τα ακουστικά.
-Εμ, ε-εγ-εγω, να μ-μωρε, δ-δεν δεν, πήρε μια βαθιά αναπνοή, τίποτα, μου είπε τελικά.
-Ναι καλά, τώρα ποιον νομίζεις πως ξεγελάς; Σε ξέρω καλύτερα και από τον δρόμο σχολείο σπίτι σπίτι σχολείο. Πες μου! είπα αποφασιστικά και πέταξα το πορτοφόλι προς τα αριστερά μου που ήταν το κρεβάτι.
-Τιποτα δεν έχω σου είπα! Μια χαρά είμαι, απλά λίγο για εκτόνωση ήταν. Τίποτα να ανησυχείς. μου λέει με την πιο ήρεμη καθησυχαστική φωνή που μπορεί να έχει
-Πειράζει που δεν σε πιστεύω; γιατί εγώ δεν τα τρώω αυτά! Έτσι για να ξέρεις, του λέω.
Αναστέναξε και πήγε στο γραφείο του που ήταν δίπλα από την πόρτα και άφησε τα ακούστηκα του και το κινητό του. Εγώ οροχορισα λίγο πιο κοντά του κάτι με την πόρτα είχα μικρή απόσταση.(είναι κλειστή, αν αναρωτιέστε)
-Νομιζω πως μου αρέσει κάποια άλλα δεν θα έπρεπε και τσιτωνομαι κάθε φορά που την σκέφτομαι και προσπαθώ να μην της το δείξω γιατί θα ήταν λάθος. Μου λέει όλα αυτά μονομιάς και εγώ λίγο χαίρομαι αλλά λίγο στεναχωριέμαι, δεν ξέρω γιατί, έχω αυτό το δυσάρεστο αίσθημα. Αλλά πρέπει να είμαι supportive φίλη και να τον σπρώξω να κάνει κάτι σωστό μια φορά, να βρει μια σωστή επιτέλους. Μόνο αυτή η ξινή να μην ειναι θα της βγάλω το μαλλί τρίχα τρίχα και θα της το δώσω να το φάει, και στον μαλακά φίλο μου θα το δώσω 5 σφαλιάρες 3 μπουνιές και 12 χαρακιές με κάνα μαχαίρι από την κουζίνα, έτσι για να βάλει μυαλό το ηλίθιο με την ξινή, μην τρελαθούμε τώρα. Αντε και συγχύστηκα!
-Ομως δεν μπορείς να κρατάς τα αισθήματα σου για πάντα. Κάποια στιγμή πρέπει να της το πεις. Και χυλόπιτα να φας τουλάχιστον θα το βγάλεις από μέσα σου! Του είπα όσο πιο υποστηρικτικα μπορούσα.
Είδα τους όμως του να σφίγγονται, δεν γύρισε να με κοιτάξει. Περπάτησε λίγο προς την μέση του δωματίου και ήταν σχεδόν απέναντι μου, απέναντι από την πόρτα.
-Δεν μπορώ. μου είπε τελικά, δεν μπορώ να της το πω.
-Γιατι όχι ρε συ; Σιγά το πράγμα, δεν θα είναι και η πρώτη φορά που θα το κάνεις έτσι και αλλιώς, είπα κάπως γρήγορα σε ερωτηματική φωνή.
-Γιατι πολύ απλά δεν μπορώ, δεν θέλω! μου είπε και ακόμα να γυρίσει να με κοιτάξει
-ΓΙΑΤΙ όχι; γιατί να μην θέλεις; αν σου αρέσει πρέπει να προσπαθήσεις! Έλα τώρα δεν μπορείς να το κρατήσεις πίσω για πάντα! Ποια είναι που φοβάσε τόσο να της το πεις ούτος ή άλλως;
Τότε ήταν που γύρισε να με κοιτάξει, με ένα θυμωμένο βλέμμα αφού τον πίεζα τόσο να της το πει, οποία και να είναι.
-Θεοδωρα μη το πιέζεις! Είπα όχι. Ήθελες κάτι και ήρθες εδώ η για να με κάνεις να ενοχλήσω περισσότερο;
Περισσότερο; Μα καλά τι τον έχει πιάσει;
-Δεν ηρθα να σε τσαντισω,αλλα δεν καταλαβαίνω ποιο είναι το πρόβλημα σου. Είναι απλά ένα κορίτσι όπως και τα άλλα.
Και εκεί είναι που έρχεται προς το μέρος μου φουριόζος και με πιάνει από τα μπράτσα και με κολλάει στην πόρτα από πίσω μου. Το βλέμμα του να είναι αδιάβαστο και εγώ να έχω φοβηθεί λίγο.
-Δεν είναι σαν όλες τις άλλες Θεοδώρα! Γιατί αυτή είσαι εσύ! μου λέει και μένω κάγκελο. Τώρα τι κάνω μου λέτε; και τι είναι αυτό που νιώθω στο στομάχι μου; NO WAY!
Ξαφνικά με μια γρήγορη κίνηση φέρνω το κεφάλι μου μπροστά και τα χείλη μας ακουμπάνε.
-----------------------------------------------------------
TO BE CONTINUED
ESTÁS LEYENDO
Κολλητός;
Historia Corta-Νομιζω πως μου αρέσει κάποια άλλα δεν θα έπρεπε και τσιτωνομαι κάθε φορά που την σκέφτομαι και προσπαθώ να μην της το δείξω γιατί θα ήταν λάθος. Μου λέει όλα αυτά μονομιάς και εγώ λίγο χαίρομαι αλλά λίγο στεναχωριέμαι, δεν ξέρω γιατί, έχω αυτό το δ...
