It will be ok.

13 0 1
                                        

Έπιασα πονεμένα το κεφάλι μου και κάθισα στο πάτωμα αγνοώντας την βρομιά και τα ρούχα μου. Τα δάχτυλά μου έτρεμαν αλλά κατάφερα να βγάλω δύο λευκά δισκία από την πλακέτα και να τα ρίξω στο στόμα μου. Κατάπια δίχως νερό και έριξα το πρόσωπο μου στα χέρια μου. Δάγκωσα με δύναμη τα χείλη μου ενώ το δεξί μου χέρι άρχισε να ταξιδεύει στα τυφλά μέσα στην μια από τις δύο υφασμάτινες σακούλες. Μόλις τα δάχτυλά μου ψηλάφισαν την πλαστική μπουκάλα με το νερό, τράβηξα απότομα το κουτί και το στοίβαξα μπροστά μου. Έβγαλα τα πλαστικά ποτηράκια και με τα ανύπαρκτα νύχια μου έκανα μια τρύπα στην νάιλον συσκευασία. Ελευθέρωσα ένα διάφανο ποτήρι μιας χρήσης και έριξα μέσα μπόλικες κουταλιές από τον στιγμιαίο καφέ που είχα αγοράσει για τις ώρες ανάγκης. Αφού λοιπόν έφτιαξα έναν -ο Θεός να τον κάνει- καφέ, ήπια την πρώτη γουλιά κρατώντας για λίγο το υγρό στο στόμα μου.

Η σκέψη μου έτρεξε στη χτεσινή μέρα πριν καν καταφέρω να βάλω φρένο στις σκέψεις μου.

Φεύγοντας μισή ώρα μετά από το μικρό εστιατόριο, έβγαλα αντικλείδια του σπιτιού και πέρασα μια βόλτα από ένα σουπερ μάρκετ για κάποια ήδη πρώτης ανάγκης. Αγόρασα και ένα μικρό φορητό ψυγειάκι σαν αυτά που κουβαλούσαμε με την Μπιάνκα όταν κάναμε κάμπινγκ και επέστρεψα σπίτι μουδιασμένη. 

Εκείνος ήταν πάλι απλωμένος στο σαλόνι ενώ η τρύπια φανέλα του είχε αντικατασταθεί από ένα μαύρο μακό μπλουζάκι που σίγουρα είχε δει καλύτερες μέρες. 

«Ακόμα δεν ήρθες και γυρίζεις;» Η φωνή του ακόμη ηχούσε δυνατή στα αφτιά μου.

Έριξα τα κλειδιά διακριτικά στην τσέπη μου και τον κοίταξα αηδιασμένη. Τα μαλλιά του ήταν ανακατεμένα με ένα σωρό άχυρα λες και είχε παλέψει σε σταύλο με αγελάδα. Αλλά το χειρότερο, ήταν, πως η μυρωδιά, η απαίσια μυρωδιά του, είχε γίνει δυνατότερη και από τον βόθρο.

«Έπρεπε να βγω» τόνισα. «Έχω ανάγκες και εσύ εδώ μέσα δεν έχεις τίποτα πέρα από άδεια μπουκάλια» του απάντησα με ψυχραιμία αλλά φανερά νεύρα.

Γέλασε και στηριζόμενος στο μπράτσο του ξεφτισμένου του καναπέ, σηκώθηκε. Έξυσε τα γεννητικά του όργανα κάνοντάς με να στρέψω αηδιασμένη τα μάτια μου αλλού. Επικεντρώθηκα στον τοίχο στα δεξιά μου. Ακόμα και ο κιτρινισμένος λεκές πάνω στην σκισμένη ταπετσαρία ήταν καλύτερη ατραξιόν από τον μεθύστακα.

«Αγόρασες τίποτα να φάμε;» με ρώτησε και στηρίχτηκε στον τοίχο.

Σούφρωσα ενοχλημένη την μύτη μου και πίεσα τον εαυτό μου να κοιτάξει για δευτερόλεπτα τα μάτια του. «Δεν μου έδωσες λεφτά να σου αγοράσω κάτι» του πέταξα και έσφιξα τα χερούλια από τις τσάντες μου.

Meeting the WolvesHistorias para obsesionarse. Descúbrelo ahora