Αγαπητή Φοίβη

25 4 1
                                        

Νίκαια,6/2016

Αγαπητή Φοίβη,
Το ξέρω πως εκεί που είσαι είναι χαράματα, μπορεί ακόμα να είναι νύχτα, πόσα κοινά άραγε με εδώ... έπρεπε ωστόσο να σου γράψω. Πήγα και είδα την παράσταση. Το ξέρω πως μου είπες, μου τόνισες να μην το κάνω, όμως ήθελα... έπρεπε... και τελικά είχες δίκιο.

Δεν με πείραξε το θέμα όπως εσύ νόμιζες. Ποτέ δεν με ενόχλησαν τα βαριά έργα, ίσα ίσα που τα αγαπάω.

Αυτό που με έριξε, που κατάφερε αυτό που ολόκληρος Τσέχοφ δεν κατόρθωσε, ήταν το ότι παρακολουθησα σαν θεατής την παράσταση. Σαν θεατής! Ακούς? Αν με ακρωτηριαζαν ίσως να μην πόναγε τόσο...

Αναρωτιέμαι, Φοίβη, σαν θεατές βλέπουμε και την ζωή? Περνάει από μπροστά μας βουβή και εμείς την προσπερνάμε παρακολουθωντας την παθητικά από μια γωνία του θεάτρου, σκυφτοι και με άλλα πράγματα στο μυαλό μας?

Εγώ επιθυμούσα πολύ να ήμουν εκεί πάνω. Να του ζούσα όλο αυτό. Να βρεχομουν, να έπεφτα στο χώμα, να έκλαιγα στο τέλος... να το ζούσα... όμως ήμουν μόνη σε ένα πλήθος τόσο μεγάλο... και όσο μεγάλη και αν ήταν η ανάγκη μου, χανοταν, ξεθωριαζε θαρρείς, χαμένη, μόνη, σιωπηλή σε έναν χώρο που δεν θα άντεχαν τη δύναμη της επιθυμίας μου.

Έβλεπα την παράσταση. Ασυνείδητα έκλαιγα. Ποια? Εγώ! Που δεν κλαίω με τίποτα σχεδόν, Φοίβη, κι όμως έκλαιγα... και οι αναισθητες, οι ηλιθιες γύρω μου έπαιζαν με τα κινητά τους. Λες και όλος ο κόσμος βασίζεται σε αυτό το φωτεινό κουτάκι. Ήθελα να φωνάξω ότι ήταν κάποτε μέλη αυτής της ομάδας. Πως μπορεί να μην τους λείπει, να μην καίγονται να ξανανεβουν εκεί πάνω? Δεν μίλησα...

Πήγα να τους πω συγχαρητήρια. Μην με κατηγορήσεις Φοίβη... Η ευγνωμοσύνη δεν υπάρχει για να μένει κρυφή. Το ξέρεις άλλωστε...

Τα κορίτσια ήταν σχεδόν ψυχρά μαζί μου. Ευχαριστώ, μια αγκαλιά και τίποτα παραπάνω. Δεν ήθελα και πολλά...

Μπήκα στο τρίτο καμαρίνι. Δεν είδα ποιος ήταν. Ποιος άλλος ήταν βασικά... Η Νεκταρηλια, ναι, η Νεκταρηλια, αυτή που δεν με χώνευε -θυμάσαι;- με έκλεισε σφιχτά στην αγκαλιά της. Πόσο μου έλειψαν οι κόντρες μαζί της...
Στο βάθος, με ένα τσιγάρο στο χέρι, βρισκόταν αυτός. Ο Χ.. Ο Χ. μου. Μόλις με είδε με αγκάλιασε και αυτός. "Τι κάνει το μωρό μου?", είπε. Τον έσφιξα. Τον λατρεύω, τον λάτρευα, και πρώτη φορά μου μίλαγε έτσι. Έχωσα τα χέρια μου βαθιά μες στα μαλλιά του, να μυρίσω το άρωμά τους. Μυριζαν θέατρο, μυριζαν όπως η σκηνή μου εκείνο το καλοκαίρι- θυμάσαι?- που με έχεις βρει να σφουγγαριζω και γέλαγες με την τραγική ειρωνεία του ρόλου μου. Ναι... ήταν τραγική ειρωνεία. Αλλά το ένιωθα και το έκανα. Όπως ένιωθα την ανάγκη να τον αγκαλιάσω όσο πιο σφιχτά μπορώ. Με έκανε να κλάψω τόσες φορές σε ένα χρόνο που δεν μπορούσε να ήταν κοντά μου...

"Μου έλειψες", του είπα. Τα δάχτυλα μου, τα χέρια μου, το πρόσωπο μου ήταν ακόμα χωμένο στα μαλλιά του. Δεν ήθελα να με δει να κλαίω. Και αυτές οι μπούκλες...

Με αγκάλιασε σφιχτά, αλλά μας διέκοψαν. Έπρεπε να φύγω. Αν έμενα... ήξερα πως δεν θα έφευγα ξανά.

Στην έξοδο με είδε ο Βασίλης. Με αγκάλιασε. Ήταν και αυτός συγκινημένος, η παράστασή του πήγε απροσδόκητα καλά. Την ίδια στιγμή, ακριβώς από πίσω μας περνούσε το παιδί από τα φώτα. Εκτός τόπου και χρόνου, προσπαθούσε να ψαρεψει κοπλιμέντα για την δουλειά του από εμάς... μέσα στην πίκρα μου γέλασα. Ήταν η τελευταία φορά σαν μαθήτρια που θα ένιωθα έτσι...

Φοίβη τώρα είμαι σπίτι, με κατάθλιψη. Οι ελάχιστες κουβέντες που ανταλλάξαμε με τον Χ. στριφογυριζουν ασταμάτητα στο μυαλό μου. Συνέχεια μοιάζουν σαν να με κοροϊδεύουν. Γιατί να κάνουν κάτι τέτοιο όμως... ήξεραν... Μάλλον ήξεραν.

Σε παρακαλώ μην με κρίνεις Φοίβη. Πονάω ακόμα και τώρα που σου γράφω. Όμως ήθελα να ξέρεις. Έπρεπε κάποιος να ξέρει...

Καλή τύχη φίλη μου. Σε κάθε τομέα.

Με αγάπη...
Η φίλη σου

Κάτι από μένα... ♡Cerita yang bikin terobses. Temukan sekarang