7.Το Χωριό

27 3 0
                                        

*ΑΡΙΕΛΑ

Μακάρι να μπορούσα να δω όλα αυτά τα χρώματα... σκεφτόμουν καθώς η άμαξα, κατηφόριζε ανάμεσα σε μικρές διπλοκατοικίες, δίπλα σε ψηλά δέντρα και την μεγάλη λίμνη. Η μαμά μου είχε δυσανασχετήσει που έφευγα και πάλι για εκείνον, όμως δεν μπορούσε να μου αλλάξει γνώμη και έτσι είχα μαζέψει την βαλίτσα και με μία άμαξα, είχα φτάσει στο Λιμνοχώρι, ένα χωριό αρκετά πιο κάτω από την Δεντρούπολη, το μεγαλύτερο από τα γειτονικά του. Εκεί, με περίμενε μία ακόμα άμαξα, μεγαλύτερη από τις συνηθισμένες διθέσιες, δηλαδή είχε μία καμπίνα και μεγαλύτερες ρόδες και μπροστά δύο άλογα την οδηγούσαν, το ένα από αυτά ο Ρεξ και το άλλο με πιο σκούρο χρώμα, ίσως μαύρο ή ακόμα και σοκολατί. Έτσι ευχήθηκα να μπορούσα να δω τα χρώματα.

Ο άντρας καθισμένος μπροστά, ο οποίος φαινόταν πως αυτός θα οδηγούσε την πολυτελή αυτή άμαξα, μου χαμογέλασε και κατέβηκε για να μου δώσει μια χειραψία... Η μύτη του και ο τρόπος που χαμογέλασε, ήταν ίδιος με τον Λίνο...

"Γειά σου Αριέλα, είμαι ο Στάικος, μπαμπάς εκείνου του βάσανου..." είπε και γω γέλασα. "Ελπίζω να έχεις φέρει ζακέτα, το βράδυ κάνει λίγο κρύο εδώ...".

" Μα ναι, κύριε Στάικε, με προειδοποίησε... που είναι ο Λίνος;" ρώτησα και μου άνοιξε την πόρτα της καμπίνας.

"Σε περιμένει στο σπίτι μας, τώρα χαλάρωσε και απόλαυσε τη διαδρομή." μου είπε και μπήκα μέσα στη καμπίνα με τα δερμάτινα καθίσματα και τις βελούδινες κουρτίνες, τις οποίες άνοιξα και άρχισα να κοιτάω απ' έξω από το παράθυρο καθώς η άμαξα ξεκινούσε.

*

Το σπίτι στο οποίο σταματήσαμε είχε δύο ορόφους, ταράτσα και μια πολύ μεγάλη αυλή. Με το που μπήκα μέσα ο Φρέντι, ο μικρός, ηλικιωμένος, μαλλιαρός σκύλος έτρεξε στα πόδια μου γαυγίζοντας λίγο και καθώς τον χάιδευα έγλειφε και τα χέρια μου.

" Βλέπω ότι δεν είμαι το μόνο αρσενικό το οποίο πέφτει στα πόδια σου, Αριέλα." μου είπε ο Λίνος. Φορούσε ένα μαλακό σορτς γυμναστικής, ένα μπλε αμάνικο φανελάκι και αθλητικά παπούτσια. Είχε πιάσει τα μαλλιά του και έδειχνε ιδρωμένος. Μου έδωσε μια αγκαλιά και ένιωσα την αμηχανία του, καθώς μέλη της υπόλοιπης οικογένειάς του μας κοίταζαν.

"Έκανες γυμναστική;" τον ρώτησα, καθώς με έπιασε απ' το χέρι.

"Ναι, έτρεξα εδώ γύρω... Αριέλα, θυμάσαι τη μαμά μου..." μου είπε καθώς πλησιάσαμε ένα μικρό στρογγυλό τραπέζι, με την μαμά του, που καθόταν σε μια καρέκλα και κάπνιζε. "Γειά σας κυρία Χλόη!" χαιρέτησα ευγενικά.

Η Γκρίζα Χώρα ~ολοκληρωμένη~Stories to obsess over. Discover now