9.Το Σκουφάκι

37 3 2
                                        

*ΑΡΙΕΛΑ

Κρύος και παγερός ήρθε ο Δεκέμβριος. Οι μήνες με τον Λίνο, είχαν περάσει τόσο γρήγορα... Δεν πίστευα ότι όπου να' ναι ο Λουκ θα έφευγε για την Πολύχρωμη Χώρα. Περίμενα την απάντηση από τον υπουργείο και έκανα εθελοντισμό και έβγαινα έξω με τον Λίνο και τη Κέιτ, αλλά ανυπομονούσα να μου στείλουν ότι με δέχονται. Δεν ανήκα στη Γκρίζα Χώρα. Τα πάντα μέσα μου, μού έλεγαν ότι το μέλλον μου είναι εκεί... η απαισιοδοξία μου, μού έλεγε ότι εκεί, στη Πολύχρωμη Χώρα θα γίνω διάσημη, πλούσια... Ξέρεις κάτι, Λίνα; να προσέχεις τι εύχεσαι! Γιατί ποτέ δεν ξέρεις με ποιόν τρόπο η ευχή σου θα βγει αληθινή και το σύμπαν έχει διεστραμμένους τρόπους να πραγματοποιεί ευχές...

Έτσι, ένα βροχερό απόγευμα, η μητέρα μας ανακοίνωσε πως σύντομα θα φτάσει ο ξάδερφός της από την Πολύχρωμη Χώρα μαζί με τη κόρη του και θα πρέπει να της κάνουμε παρέα και να της δείξουμε τριγύρω τη Γκριζόπολη.

"Τον έχουμε ξανά δει ποτέ, αυτόν τον ξάδερφο;" ρώτησε ο Λουκ, καθώς βοηθούσε τον παππού μας να κάτσει στο καναπέ, δίπλα στη γιαγιά μας.

"Όχι, έρχεται στην Γκρίζα Χώρα μετά από τριάντα χρόνια μετανάστευσης στη Πολύχρωμη Χώρα. Λουκ ΜΗ τρως τα κεφτεδάκια από τώρα!" μας απάντησε η μητέρα μας, καθώς άφηνε ένα μεγάλο μπολ με πολύχρωμη σαλάτα στη τραπεζαρία και χτύπησε απαλά το χέρι του Λουκ, που καταβρόχθιζε ένα κεφτέ. Εκείνος γέλασε, ενώ εγώ άφησα χαρτοπετσέτες και μαχαιροπίρουνα δίπλα από το κάθε πιάτο.

"Τον θυμάμαι τον μικρό Έντ Ασημένιο... Ήταν στην ηλικία του Λουκ όταν μετανάστευσε..." είπε η γιαγιά μας. "Αριέλα, βάλε μου σε παρακαλώ λίγο από αυτό το άρωμα που φοράς όταν βγαίνεις έξω..." μου είπε και πριν προλάβω να κουνηθώ, χτύπησε το κουδούνι. Η μητέρα μας, (που είχε βάλει τα καλά της, κίτρινο φόρεμα και γόβες με χοντρό και κοντό τακούνι και σκούρο κόκκινο κραγιόν) άνοιξε τη πόρτα.

"Καλώς ήρθατε! Τι κάνετε;" τους είπε, δίνοντας από μία αγκαλιά στον κάθε ένα τους. Ο ξάδερφος Έντ ένας μεσήλικας άντρας, ήταν κοντός με κοιλιά και χωρίς καθόλου μαλλιά, μεγάλη μύτη και είχε χρωματιστά όλα του τα ρούχα. Πίσω του, μια μικροκαμωμένη, όμορφη κοπέλα υπέθεσα πως ήταν η κόρη του. Είχε μακριά καστανά μαλλιά, καστανά μάτια και είχε επίσης χρωματίσει σχεδόν όλα της τα ρούχα, εκτός από το παντελόνι της, που το είχε κάνει γκρι. "Εσύ πρέπει να είσαι η Μία! Χαίρομαι που επιτέλους σε γνωρίζω!" της είπε η μητέρα μας. "Παρακαλώ περάστε στο τραπέζι, πρέπει να είστε πεινασμένοι! Λουκ, Αριέλα, βοηθήστε το παππού και τη γιαγιά να κάτσουν στο τραπέζι, άντε κουνηθείτε!" μας είπε αυστηρά και εμείς αυτό κάναμε.

Η Γκρίζα Χώρα ~ολοκληρωμένη~Historias para obsesionarse. Descúbrelo ahora