κεφάλαιο 8

18 3 4
                                        

Ο Μάξιμους σκεφτόταν να βρει μια λύση για την δύσκολη κατάσταση που είχε προκύψει και τότε ένα πρόσωπο σχηματίστηκε στο μυαλό του. 

«Η μάγισσα Γάβρυλις. Αυτή είναι ικανή να βοηθήσει» σκέφτηκε. 

Συζήτησε αυτή του την σκέψη με τον Λόρδο Κάλιορ κι ο Κάλιορ συνειδητοποίησε ότι όντας απροστάτευτος έξω από το κάστρο ο νεαρός πρίγκιπας ήταν εύκολος στόχος. Θα ειδοποιούσε τον εκτελεστή να κάνει την δουλειά. 

«Ότι νομίζεις αγόρι μου. Πήγαινε να βρεις την μάγισσα» είπε ο ύπουλος σύμβουλος.

Μετά την εξόντωση του Μάξιμους θα πήγαινε ο ίδιος να βρει την Γάβρυλις και να ζητήσει βοήθεια. 

Η μάγισσα ήταν πιστή υπήκοος! Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι με την μαγεία της θα μπορούσε να κατατροπώσει η Στάρλαντ τον Ίσιντουρ και τον στρατό του. 

****

Έτσι ο Μάξιμους πήρε ένα άλογο και κίνησε προς το δάσος, όπου έμενε η μάγισσα σε μια καλύβα απλά και λιτά. 

Ξάφνου όμως κατά την διάρκεια της διαδρομής, άκουσε φωνές και κατευθύνθηκε προς τα εκεί. 

Τρεις ληστές είχαν περικυκλώσει έναν άνδρα. 

«Έι εσείς! Σας διατάζω να απομακρυνθείτε» φώναξε στους ληστές. 

Οι τρεις άνδρες γέλασαν. 

«Δεν δεχόμαστε διαταγές» του είπε ένας. 

«Είμαι ο βασιλιάς Μάξιμους» 

«Τι μας νοιάζει εμάς;» είπε ένας άλλος ληστής. 

Ο Μάξιμους τότε κατέβηκε από το άτι του και έβγαλε το σπαθί από την θήκη που είχε περασμένο στην ζώνη του. 

Οι ληστές του επιτέθηκαν, αλλά με επιδέξιες κινήσεις μπόρεσε και τους αφόπλισε. 

«Φύγετε» τους είπε αυστηρά και οι ληστές υπάκουσαν αυτή την φορά. 

Έπειτα ο νεαρός βασιλιάς γύρισε προς το μέρος του αγνώστου άνδρα ο οποίος ήταν ο εκτελεστής που είχε στείλει στο κατόπι του ο Κάλιορ. Ο Μάξιμους είχε σώσει τον άνθρωπο που σκόπευε να τον θανατώσει. 

«Όλα καλά;» τον ρώτησε. 

Ο εκτελεστής ήταν ένας άνδρας γύρω στα 30, ψηλός με καλοσχηματισμένα χαρακτηριστικά προσώπου. Η όμορφη όψη του έκανε όσους τον γνώριζαν να μην υποψιάζονται ότι ήταν δολοφόνος. Έβγαζε μια καλή αύρα, φιλική, αλλά αυτό ήταν μια πλάνη. 

«Ναι! Είσαι αλήθεια ο βασιλιάς της Στάρλαντ;» 

«Ναι! Εσύ ποιος είσαι; Πώς ονομάζεσαι;» 

«Με λένε Φίλιπ, Μεγαλειότατε» έκανε ο άλλος και υποκλίθηκε. 

«Λοιπόν Φίλιπ να προσέχεις!» του είπε ο νεαρός βασιλιάς και ετοιμάστηκε να γυρίσει στο άλογο του. 

«Μεγαλειότατε τι δουλειά έχετε στο δάσος μόνος σας;» τον ρώτησε ο Φίλιπ. 

Ήξερε φυσικά από τον Κάλιορ ότι ο Μάξιμους πήγαινε να βρει την μάγισσα Γάβρυλις για να ζητήσει βοήθεια, αλλά ήθελε να κερδίσει χρόνο. Θα μπορούσε να τον σκοτώσει, αλλά μετά την διάσωση του από εκείνον κάτι μέσα του, του έλεγε να μην εκτελέσει την εντολή του Κάλιορ. 

«Η Στάρλαντ πολιορκείται από τον βασιλιά Ίσιντουρ. Πάω να βρω την μάγισσα Γάβρυλις για να ζητήσω την βοήθεια της, ώστε να αντιμετωπίσουμε την πολιορκία» 

«Μπορώ να έρθω μαζί σας;» 

«Θα το ήθελα, σε ευχαριστώ!» αποκρίθηκε φιλικά ο Μάξιμους. 

Ο Φίλιπ είχε και εκείνος άλογο.

Ανέβηκαν και οι δύο στα άλογα τους κι κάλπασαν προς το σπιτικό της μάγισσας. 

Και οι δύο σε όλη την διαδρομή δεν μιλούσαν, είχαν βυθιστεί στις σκέψεις τους. Ο Μάξιμους σκεφτόταν αν η μαγεία της Γάβρυλις θα μπορούσε να αποκρούσει τον στρατό που πολιορκούσε το βασίλειο του και ο Φίλιπ σκεφτόταν πως θα έβρισκε το θάρρος να σκοτώσει τον Μάξιμους. Ποτέ δεν είχε δειλιάσει, πάντα έπαιρνε ψυχρά τις ζωές των θυμάτων του, αλλά κανείς πρωτίστως δεν του είχε σώσει την ζωή. Ήταν μπερδεμένος, αλλά ήλπιζε να μπορέσει να φέρει εις πέρας την διαταγή του Κάλιορ, αλλιώς ήταν σίγουρος ότι θα είχε να αντιμετωπίσει την οργή του. 

Το έπος του βασιλείου ΣτάρλαντDonde viven las historias. Descúbrelo ahora