Κίτρινο: το χρώμα του Ήλιου, ένα γήινο χρώμα, που σχετίζεται με την πνευματικότητα. Συμβολίζει τη δημιουργία, τη χαρά και τη δόξα, αλλά και το μίσος και τη δειλία. Το κίτρινο είναι ένα έντονο χρώμα επικοινωνιακά, καθώς μπορεί να συλλάβει την προσοχή των άλλων. Εκφράζει τη νεότητα ενώ "καθαρίζει" το μυαλό μας από τις άσχημες σκέψεις. Συνήθως προτιμάται από ανθρώπους που βρίσκονται σε αναζήτηση έμπνευσης.
—·—
"Δεν μπορώ! Δεν μπορώ!", κλαίω με αναφιλητά όσο εκείνος τρέμει δίπλα μου, δίχως να γνωρίζει τι πρέπει να κάνει.
"Κύνθια σε παρακαλώ, σε παρακαλώ πάρε ανάσες!", έχει δακρύσει, το χέρι του τρέμει σφίγγοντας το δικό μου.
"Όλα καλά. Όλα καλά Κύνθια. Είναι άλλη μια κρίση πανικού. Όλα καλά. Είσαι καλά. Είμαι εδώ. Είσαι καλά."
Ώσπου τα λόγια του γίνονται ψίθυρος στα αυτιά μου, η όψη του σαν να θολώνει.
Μαύρο.
Άγγιξα το ράδιο τρυφερά, ένα στρώμα σκόνης λέρωσε το δάχτυλο μου, δεν δυσανασχέτησα με την «βρωμιά», περισσότερο ενοχλήθηκα με τον εαυτό μου, που χάλασε την σκονισμένη του «βρώμικη» όψη.
Είναι εκεί.
Εκείνος είναι εκεί, στην σκόνη του ραδιοφώνου.
Χορεύει στον αέρα μαζί της.
Και εγώ μόλις τον ενόχλησα.
Χάιδεψα απαλά το κουμπί «play»,
μα δεν το πάτησα.
Είμαι αρκετά δειλή για αυτό.
Μπορώ και τον έχω μέσα μου, μα γύρω μου; Να τον νιώσω απτό σχεδόν κοντά μου; Θεέ! Όχι!
Εγώ μπορώ να υπάρχω απλώς στην σκιά.
Στην σκιά της αγάπης του.
Στην σκιά των συναισθημάτων του.
Στην σκιά του μεγαλείου του.
Και τώρα, στην σκιά του σκονισμένου ραδιοφώνου.
Και με κατηγορώ.
Με κατηγορώ για ότι στον διάολο πήγε λάθος στις ζωές μας, τέσσερα χρόνια πριν.
Με κατηγορώ.
Γιατί αν δεν ήμουν ελλιπής,
αν δεν ήμουν λίγη,
τώρα θα ήταν εδώ,
εδώ μαζί μου.
"Να με αγαπάς σε παρακαλώ.
Γιατί αν δεν με αγαπάς, αδυνατώ να με αγαπώ."
Το ψιθύρισα,
δεν (με) άκουσε.
"Τι;", ρώτησε απορημένος.
"Σε αγαπώ.", του απάντησα.
Χαμογέλασε, "Και εγώ."
Να με αγαπάς γιατί δεν με αγαπώ αλλιώς.
Σε αγαπώ τόσο, που αγαπώ ότι αγαπάς.
Μην πάψεις να με αγαπάς.
Θα πάψω να με αγαπώ.
Έπαψε.
Σταμάτησε να (με) αγαπά.
Και τότε μια απότομη τελεία μπήκε στην ζωή μου.
Και τέσσερα χρόνια πριν, ακούσια ή εκούσια -δεν ξέρω-, αποφάσισα να πάψω να ζω.
