κεφάλαιο 5ο

91 9 0
                                        

Καθώς προχωρούσε η Χρύσα στο δρόμο βλέπει τον Μάρκο μπροστά της. Έμεινε λίγο ακίνητη κι αμέσως άρχισε να τρέχει. Εκείνος την ακολούθησε και την άρπαξε από το χέρι.
"Τόσο χάρηκες που με είδες αγάπη μου;" είπε ειρωνικά ο Μάρκος.
"Άσε με ήσυχη. Δεν θέλω ούτε να σε βλέπω."
"Δεν θα γλυτώσεις έτσι εύκολα από'μενα. Θα σε παρακολουθώ. Αν κάνεις οτιδήποτε......." είπε βγάζοντας ένα μαχαίρι πιέζοντας το στο λαιμό της απειλώντας τη..
Η Χρύσα τρόμαξε πολύ.  Η μόνη λύση ήταν να φύγει. Να φύγει για να μπορέσει να ψάξει όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία και να ξεσκεπασει το κύκλωμα που βρίσκεται ο Μάρκος.  Πήγε γρήγορα στο σπίτι της και μάζεψε όσα χρήματα είχε στην άκρη. Ήταν αρκετά να περάσει ένα διάστημα ωστόσο όμως θα έψαχνε δουλειά. Πήγε κατευθείαν στο αεροδρόμιο. Το πρώτο μέρος που σκέφτηκε ήταν η Θεσσαλονίκη.  Κανείς δεν θα υποψιαζοταν ότι είναι εκεί. Πήρε τον Δημήτρη τηλέφωνο και τον ενημέρωσε.
"Χρύσα αυτό που κάνεις είναι επικίνδυνο μην φύγεις. " της είπε
"Δημήτρη πρέπει να το κάνω δεν έχω αποδείξεις κάνεις δεν θα με πιστεύει και κινδυνεύουν παιδιά." είπε εκείνη θέλοντας να τον καθησυχασει
"Πες μου έστω που πηγαίνεις. Θέλω να ξέρω "
"Δημήτρη δεν γίνεται. Κινδυνεύετε όλοι γι αυτό σε παρακαλώ προσέχετε και πρόσεχε τους γονείς μου. Πάρε τους από το σπίτι και πήγαινε τους κάπου που θα είναι ασφαλής. Πρέπει να σε κλείσω τώρα " είπε εκείνη και το ταξίδι της μόλις άρχισε.
Όταν έφτασε τακτοποιήθηκε σε ένα μικρό ξενοδοχείο και βγήκε λίγο να περπατήσει. Περπατούσε πάνω από μια ώρα. Βρέθηκε έξω από τον λευκό πύργο. Δεν κατάλαβε ποτε έφτασε εκεί. Είχε απορροφηθεί στις σκέψεις της και προσπαθούσε να της βάλει σε μια τάξη. Κουρασμένη έκατσε σε ένα παγκάκι και την έπιασαν τα κλάματα. Δεν πρόλαβε να αποχαιρετήσει κανέναν ούτε καν τους γονείς της και αυτό την πλήγωνε πολύ περισσότερο από την ξαφνική φυγή της.  Ξαφνικά ένιωσε ένα χέρι να την αγγίζει στον ώμο και τρομαγμένη κοίταξε τον άνδρα που στεκόταν μπροστά της. Ήταν ένας όμορφος άντρας μελαχρινός. Είχε μαύρα μαλλιά και καφέ ανοιχτόχρωμα μάτια. Της χαμογέλασε τρυφερά, έβγαλε ένα χαρτομάντιλο και της το πρόσφερε.
"Είσαι καλά;"
"Ναι, σε ευχαριστω" είπε παίρνοντας το χαρτομάντιλο και σκούπισε τα δάκρυα της.
"Με λένε Μάνο. " της είπε δίνοντας του το χέρι της.
"Εμένα με λένε Χρύσα"
"Χαίρω πολύ Χρύσα"
"Με συγχωρείς πρέπει να φύγω. Ευχαριστώ πολύ για το χαρτομάντιλο. " είπε εκείνη και σηκώθηκε από το παγκάκι.
"Μήπως θέλεις να σε πάω κάπου; " είπε εκείνος και την πλησίασε λίγο παραπάνω.
"Όχι, ευχαριστώ προτιμώ να περπατήσω. "
"εντάξει τότε. Ελπίζω να σε ξαναδω" της είπε και εκείνη έφυγε.
Έμεινε εκεί να την κοιτάζει μέχρι που χάθηκε από τα μάτια του. Οι μέρες περνούσαν χωρις να έχει επικοινωνήσει με κανέναν στο Ηράκλειο. Είχε βρει δουλειά σαν γραμματέας και είχε ενοικιάσει ένα μικρό σπιτάκι κοντά στη δουλειά της. Έψαχνε συνέχεια και είχε βρει αρκετά στοιχεία. Μια μέρα γύριζε από τη δουλειά και ένας άντρας την άρπαξε από το χέρι και την έβαλε σε ένα μαύρο βαν. Την χτύπησε και την έκλεισε μέσα σε μια αποθήκη αφού την είχε δέσει. Την επόμενη μέρα ήρθε ένας άλλος άντρας και της είπε απειλητικά.
"Λοιπόν Χρύσα, δεν άκουσες τις προειδοποιήσεις του Μάρκου.. Αυτή είναι η τελευταία. Την επόμενη φορά που θα σε πιάσουμε να σκαλίζεις τα πράγματα θα μετανιώσεις την ώρα και την στιγμή που μπλέχτηκες σε αυτή την ιστορία. "
"Πάρτε την από δω και πηγαίνετε να την αφήσετε κάπου μακριά αφού της δέσετε τα ματια" είπε στους συνεργούς του κι έφυγε.
Πράγματι μια ώρα μετά βρισκόταν σε μια περιοχή που δεν ήξερε την είχαν παρατήσει χτυπημένη στην άκρη ενός δρόμου χωρίς πολλά σπίτια κι ήταν αργά. Δεν μπορούσε να περπατήσει και δεν περνούσε ούτε ένα αμάξι. Ξαφνικα νιώθει ένα σκούντημα δυνατό. Ανοίγει τα μάτια της και βλέπει έναν άντρα να στέκεται πάνω της σημαδεύονται τη με ένα όπλο...

Για πάντα. Στο υπόσχομαι!Where stories live. Discover now