Κεφάλαιο 13

445 45 7
                                        

Εκάλη 2018

Εκείνη την νύχτα είχε ανήσυχο ύπνο. Έκανε σβουρες στο κρεβάτι της και ξύπνησε απότομα με μια κραυγή. Ο ίδιος εφιάλτης σχεδόν κάθε βράδυ.... Η Μαρίνα τρόμαξε από τις φωνές της και έτρεξε να δει τι είχε συμβεί. Τρόμαξε ακόμα περισσότερο όταν είδε την κοπέλα να κλαίει μέσα στο σκοτάδι του δωματίου της. Κατάλαβε αμέσως τι είχε η κοπέλα. Η Ελισάβετ της είχε μιλήσει για τους εφιάλτες της που από τότε που γύρισε στην Ελλάδα και άρχισε να μένει ξανά στο πατρικό της σπίτι οι εφιάλτες αυτοί άρχισαν να είναι μόνιμοι.
_________________
Από την άλλη μεριά και ο Λεωνίδας δεν είχε καλύτερο ύπνο. Ήταν ώρες ξαπλωμένος στο κρεβάτι του και κοιτούσε το λευκό ταβάνι. Σκεφτόταν. Την ήθελε αυτή την κοπέλα... Την ήθελε πολύ. Το ένιωθε . Κάθε φορά που ήταν δίπλα της κάθε φορά που την άγγιζε... ένιωθε ότι ήθελε να είναι δίπλα της για Πάντα... αλλά πώς; Πως θα μπορούσε να είναι με μια κοπέλα που δεν μιλάει ποτέ για τον εαυτό της; Που ενώ είναι τόσο κοντά της είναι ταυτόχρονα και τόσο μακριά της. Την ήθελε αλλά και φοβόταν... Δεν μιλούσε για τον εαυτό της και είχε τον φόβο μήπως μάθει αργότερα κάτι για εκείνη. Τέτοιες σκέψεις βασάνιζαν το κεφάλι του και δεν τον άφηναν να ηρεμήσει ούτε λεπτό. Πως είχε μπλέξει έτσι; Αυτός που τόσα χρόνια ήταν μόνος τώρα βρέθηκε να θέλει τόσο πολύ κάποια.
Όσο και να ήθελε να μείνει μακριά της πλέον του ήταν αδύνατον.
__________________
Το πρωί η Ελισάβετ πήγε στην δουλειά της χωρίς ιδιαίτερη όρεξη...δεν είχε κοιμηθεί και καθόλου το προηγούμενο βράδυ. Μπήκε στο γραφείο της και λίγο μετά εμφανίστηκε και ι Μάξιμος.
"Δεν άργησα" του είπε όταν τον είδε.
"Δεν ήρθα για αυτό"
"Τότε;"
"Για να σε δω"
"Και;"
"Και αναρωτιομουν αν θα ήθελες επιτέλους να βρεθούμε...οι δυο μας"
"Δεν το νομίζω Μάξιμε"
"Τι εννοείς;"
"Εννοώ ότι δεν είχα ένα από τα καλύτερα βράδια και θέλω να μείνω στο σπίτι"
"Γιατί τι έγινε;"
"Δύσκολη νύχτα Μάξιμε"
"Εντάξει όπως θέλεις... αλλά δεν θα γλιτώσεις...θα ξανά βγεις μαζί μου" της είπε και αφού της έκλεισε το μάτι έφυγε για το γραφείο του.
"Τι τραβάω" είπε στον εαυτό της και τότε αισθάνθηκε μια παρουσία.
"Μάξιμε τι θέλεις πάλι;" Είπε και γύρισε να τον κοιτάξει.
"Λάθος"
"Λεωνίδα;"
"Εγώ"
"Τι κάνεις εδώ;"
"Ήθελα να μιλήσουμε"
"Ναι...να μιλήσουμε αλλά όχι εδώ"
"Γιατί τρέχει κάτι;"
"Ναι πολλά... Αλλά δεν μπορώ τώρα... Έλα το βράδυ από το σπίτι"
"Βασικά έλεγα να τα πούμε κάπου έξω να είμαστε εσύ και εγώ ξέρεις"
"Πολύ καλή ιδέα...θα μιλήσουμε .. πήγαινε τώρα σε παρακαλώ"
"Εντάξει έφυγα.. τα λέμε το βράδυ"
Έβγαλε ένα επιφώνημα ανακούφισης και συνέχισε την δουλειά της .
Πως είχε μπλέξει έτσι; Βρίσκεται ανάμεσα στην διεκδίκηση από δύο αδέρφια... Πρώτη φορά της συνέβαινε αυτό.

????Ανάμεσα Στις Φλόγες????Where stories live. Discover now