Εκάλη 2006
Καθόταν μόνη στο μεγάλο της δωμάτιο με τα θαμπά χρώμα... Μόνο γκρί άσπρο και μια απόχρωση του μαύρου σε κάποια σημεία... Καθόταν σε μια καρέκλα κοντά στο παράθυρο και κοιτούσε έξω τις σταγόνες της βροχής που έπεφταν με μανία. Η μητέρα της έλειπε ξανά και ήταν μόνη μέσα σε ένα μεγάλο σπίτι παρέα με την Άννα και τους υπόλοιπους ανθρώπους που δούλευαν για εκείνη. Πολλές φορές τους ζήλευε αυτούς τους ανθρώπους... Τους ζήλευε γιατί η μητέρα της τους έδινε σημασία... Τους μιλούσε έστω και για να δώσει διαταγές... Σε εκείνη έριχνε ένα αδιάφορο βλέμμα και προχωρούσε. Σήμερα η μητέρα της θα πήγαινε σε μια δεξίωση. Πάλι δεν θα την έπαιρνε μαζί... Όλοι οι φίλοι και γνωστοί της πολλές φορές περνούν και και τα παιδία τους στις δεξιώσεις και στις εξόδους τους... Εκείνη δεν την έχει πάρει ποτέ μαζί. Την άκουσε να καταλαβαίνει τις σκάλες και να λέει στην Γεωργία την καθαρίστρια ότι φεύγει και ότι θα αργήσει. Πάλι θα αργούσε σκέφτηκε η Λίζα. Έμεινε να κοιτάζει την βροχή... ξανά.. και δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της... μέχρι που άκουσε την φωνή του Μαξίμου.
"Κυρία Ηλέκτρα;"
"Έχει φύγει" φώναξε η Λίζα μέσα από την μισάνοιχτη πόρτα του δωματίου της.
"Την ήθελες κάτι;" Τον ρώτησε όταν εκείνος μπήκε στο δωμάτιο.
Δεν τον κοίταξε για να μην δει και καταλάβει ότι έκλαιγε.
"Κάτι ήθελα να την ρωτήσω αλλά αφού λείπει.." είπε και την κοίταξε.
"Μπορείς να φύγεις τώρα"
"Με διώχνεις;"
"Περίπου"
"Λίζα για κοίτα με λίγο" της είπε.
Από την αρχή την άκουγε κάπως αλλά δεν έδωσε σημασία...ήταν κάπως από την ώρα που έφυγε από τον κήπο.
"Γιατί;"
"Κλαίς;"
"Με έπιασες"του είπε γελώντας και σκούπισε τα μάτια της.
"Γιατί ρε Λίζα;"
"Λες και δεν ξέρεις" του είπε ειρωνικά.
"Η μαμά σου πάλι;"
"Πάλι.... Όπως το είπες"
"Λιζάκι μου.... Προσπάθησε και εσύ να την πλησιάσεις... κάνε και εσύ μια κίνηση"
"Εγώ; Γιατί; Εγώ αδιαφορώ για εκείνη; Εγώ δεν της δίνω καμία σημασία; Αυτή το κάνει... αυτή πρέπει να έρθει να με πλησιάσει όχι εγώ... Ξέρουν οι ξένοι άνθρωποι εδώ μέσα τα Πάντα για εμένα... και η μάνα μου δεν ξέρει ούτε πότε είναι τα γενέθλια μου Μάξιμε... Το ξέρεις εσύ που είσαι δύο χρόνια εδώ ενώ εκείνη μετά από δεκατέσσερα χρόνια δεν τα θυμάται"
Τι να της έλεγε τώρα; Ότι έχει άδικο; Ψέματα θα ήταν... Ήταν φανερό ότι το κορίτσι πονούσε από την απουσία της μητέρας της στην ζωή της. Την είχε δίπλα της και ταυτόχρονα τόσο μακριά της. Η ώρα είχε περάσει κατά πολύ και ο Μάξιμος ήταν ακόμα εκεί δίπλα στην Λίζα και της μιλούσε της έλεγε για τα παιδικά του χρόνια... Όταν ήταν και εκείνος στην ηλικία της μέχρι να την κάνει να ξεχαστεί και τα κατάφερε. Η μικρή άλλες φορές γελούσε με αυτά που τις έλεγε ο Μάξιμος και άλλοτε τον παρακολουθούσε με μεγάλη προσοχή... Είχε ξεχάσει τον λόγο που έκλαιγε πριν από κάποιες ώρες... Τον είχε ξεχάσει μέχρι που.... Μέχρι που χτύπησε το κινητο του Μαξίμου....
Ήταν εκείνη... Η μητέρα της.
"Πρέπει να φύγω... Εσύ πέσε για ύπνο γιατί είναι αργά" της είπε και αφού της έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο βγήκε από το δωμάτιο. Η βροχή δεν είχε σταματήσει ακόμα και η Λίζα συνέχιζε να κοιτάζει την βροχή.
"Κοιμήσου Λίζα" πετάχτηκε ο Μάξιμος.
"Φύγε" του είπε γελώντας και ξάπλωσε στο κρεβάτι της όμως δεν την έπαιρνε ο ύπνος. Άκουσε λίγη ώρα μετά φωνές στο σαλόνι και καταλαβε ότι είδα γυρίσει η μητέρα της όμως...δεν ήταν μόνη. Η Λίζα βγήκε από το δωμάτιο και από πάνω είδε την μητέρα της μαζί με τον Μάξιμο που Μόλις είχαν μπει στο σπίτι. Και μπορούσε να ακούσει καθαρά τι έλεγαν.
"Ευχαριστώ που με έφερες Μάξιμε"
"Την δουλειά έκανα"
"Δεν είναι αυτή η δουλειά σου Μάξιμε...η δουλειά σου είναι ρο πανεπιστήμιο και το διαβασμα... Μέχρι να γίνει καλά ο πατέρας σου το κάνεις αυτό"
"Χαρά μου"
"Έλα μέσα μην στέκεσαι... Έλα να πιούμε ένα ποτό" του είπε και ο Μάξιμος πέρασε μέσα.
"Είναι αργά καλύτερα να πάω σπίτι"
"Έλα τώρα Μάξιμε... Ένα ποτό... Να το πούμε και λίγο"
"Μόνο ένα" της είπε και κάθισαν στον καναπέ.
Μιλούσαν για αρκετή ώρα για άσχετα θέματα. Ο Μάξιμος τότε παρατήρησε ότι η αφεντικινα του αν και στα σαράντα της χρόνια έδειχνε δέκα χρονιά νεότερη και πολύ όμορφη... Με τα ξανθά μαλλιά της και τα καταπράσινα μάτια της έμοιαζε με μια νεαρή κοπέλα και ας ήταν σαράντα. Όχι ότι μια γυναίκα που είναι σαράντα χρονών είναι μεγάλη.. αντιθέτως απλώς σε αυτή την συγκεκριμένη γυναίκα δεν φαινόταν η ηλικία της.
"Καλύτερα να πηγαίνω τώρα κυρία Ηλέκτρα είναι πολύ αργά"
"Μάξιμε... κυρία; Πρέπει να το κόψεις αυτό.. Ηλέκτρα θα λες"
"Δεν νομίζω ότι μπορώ"
"Έλα τώρα Μάξιμε τόσο καιρό ζεις εδώ... Πρεπε να κόψεις τον πληθυντικό"
"Όπως θέλεις λοιπόν"
"Έτσι μπράβο"
"Να πηγαίνω τώρα"
"Τόσο γρήγορα;"
Δεν μπορούσε να καταλάβει τι γινόταν μέσα του.. πραγματικά αυτή η γυναίκα τον έλκυε πάρα πολύ. Αλλά δεν έπρεπε να νιώθει έτσι... Ήταν αφεντικό του...
"Μάξιμε το ξέρεις ότι είσαι ένας πολύ όμορφος άντρας" του είπε και τον πλησίασε και εκείνος Ένιωθε την έλξη να γίνεται μεγαλύτερη.
"Και εσείς... Και εσύ δεν πας πίσω"της είπε.
"Σου αρέσω Μάξιμε;"
"Πολύ" είπε ατρόμητα.
"Θέλω να πω..."
"Άσε Μάξιμε... κατάλαβα τι θέλεις να πεις" του είπε και τον πλησιαζε όλο και περισσότερο μέχρι που έφτασαν να βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής.
Η Λίζα παρακολουθούσε από πάνω την σκηνή και για μια στιγμή ένιωσε να ντρέπεται για αυτό που έκανε η μητέρα της... Ήταν δεκαοκτώ χρόνια μεγαλύτερη του.... Ο Μάξιμος θα μπορούσε να είναι παιδί της.... Και εκείνη... Εκείνη τι έκανε; Την έπεφτε σε ένα παιδί; Και αυτός; Αυτός απλά την άκουγε; Όλες αυτές οι σκέψεις βασάνιζαν την μικρή Λίζα μέχρι που έγινε το μοιραίο... Είδε με τα ίδια της τα μάτια την μητέρα της και τον Μάξιμο να φιλιούνται παθιασμένα.
______________________________________________
Γεια σας αγάπες μου.
Τι κάνετε;
Αυτό είναι το κεφάλαιο λοιπόν.
Και άλλη αποκάλυψη.
Βρε την Ηλέκτρα 😂
Για να δούμε τι θα γίνει στην συνέχεια.
Αυτά από εμένα.
Τα λέμε σύντομα στο επόμενο κεφάλαιο.
Φιλάκια πολλά 😘😘😘😘😘😘😘😘😘😘😘😘😘😘😘😘😘😘😘😘😘😘😘😘😘😘😘😘
❦ⓐⓝⓓⓡⓘⓐⓝⓐ❦
KAMU SEDANG MEMBACA
????Ανάμεσα Στις Φλόγες????
Fiksi RemajaΗ Λίζα Ταξοπούλου είναι ένα κορίτσι που ζει με την μητέρα σε μια τεράστια βίλλα ενώ έχει χάσει τον πατέρα της όταν ήταν πολύ μικρή. Ο Μάξιμος και ο Λεωνίδας Γεωργίου είναι δύο δίδυμα και είναι γιοί του Χρήστου Γεωργίου. Ο Χρήστος που εκτελεί καθήκον...
