"Εγώ να μην νοιάζομαι; Στην μέση να με ανοίξουν εσένα θα βρουν"
Η Σελίν πέρασε όλη της τη ζωή πιστεύοντας πως η θάλασσα μπορούσε να την προστατεύσει από τα λάθη της στεριάς. Έκανε λάθος.
Όταν το πλοίο της δέχεται εισβολή και ο άγνωστος που στοιχειών...
Oops! This image does not follow our content guidelines. To continue publishing, please remove it or upload a different image.
Όταν το λευκό φως διαλύθηκε, η όραση μου δεν συνήλθε αμέσως. Τα μάτια μου έτσουζαν και δεν μπορούσα να δω τίποτα πέρα από την θολή φιγούρα του άνδρα μπροστά μου να είναι επίσης ελαφρώς σκυμμένος, τυφλωμένος κι εκείνος. Δεν μπορεί. Δεν μπορεί να είναι εκείνος. Περίμενα να φύγει η θολούρα, να περάσει το μεθύσι, να δω μπροστά μου έναν άγνωστο και όχι ένα φάντασμα. Είχα τρελαθεί;
Μία δραχμή να είχα για κάθε φορά που χα κάνει αυτήν την σκέψη και θα μου αρκετά πλούσια, για να... Ε λοιπόν, σίγουρα για να μην είμαι στην κατάσταση που ήμουν.
"Γιατί καθυστερείς, Ζίνο; Φέρ' την πάνω!" ακούστηκε μία ανδρική φωνή πάνω από το κατάστρωμα.
Ζίνο. Μα τους θεούς. Τι παράδοξο να ακούω αυτό το όνομα έξω από το κεφάλι μου. Αγνόησα τα μουδιασμένα πόδια μου. Δεν είχε σημασία ποιος ήταν εκείνη την στιγμή. Οι άλλοι κινδύνευαν. Εγώ κινδύνευα. Έκανα να πιάσω το σπαθί μου.
"Μη!" φώναξε. Σταμάτησα. Βρεθήκαμε να κοιτάμε ο ένας τον άλλον βαριανασαίνοντας, σαν αγρίμια που περίμεναν να κάνει το άλλο πρώτο την κίνηση για να αντεπιτεθούν. Τι ηλίθια. Δεν έχω ιδέα γιατί εκείνη την στιγμή δεν συνήλθα και δεν συνέχισα - το πλοίο μου ήταν υπό εισβολή, γινόταν μάχη γύρω μου, δεν είχα καταλάβει καν τι συνέβαινε ή αν οι υπόλοιποι ήταν καλά, αλλά η φωνή του, τόσο γνώριμη και οικεία, έκανε τα χέρια μου να κοντοσταθούν. Δηλητήριο που νέκρωνε τα άκρα μου.
"Έλα με το καλό και δεν θα χουμε άλλα προβλήματα". Αυστηρή, βαριά χροιά, στα όνειρά μου την χρησιμοποιούσε, όταν μου έλεγε για τους γονείς του ή όταν προσπαθούσε να υπερασπιστεί την δουλειά του. Την δουλειά του. Ακόμα κι εκείνη την στιγμή έκανε απλά την δουλειά του. Καμιά φορά σκεφτόμουν ότι για αυτόν δεν υπήρχε θρησκεία πέρα από το αξίωμά του.
Στα δευτερόλεπτα σιωπής που δεν είπα τίποτα, προσπάθησα να καταλάβω αν με αναγνώρισε. Ή μάλλον αν με ήξερε καν. Αν ήταν όντως εκείνος, αν δεν είχα τρελαθεί και στεκόταν όντως μπροστά μου, τότε ίσως τα όνειρα να ήταν κοινά και για τους δυο. Μα το βλέμμα του δεν προέδιδε τίποτα. Σκληρό και κενό. Θάλασσα σε νηνεμία.