"Εγώ να μην νοιάζομαι; Στην μέση να με ανοίξουν εσένα θα βρουν"
Η Σελίν πέρασε όλη της τη ζωή πιστεύοντας πως η θάλασσα μπορούσε να την προστατεύσει από τα λάθη της στεριάς. Έκανε λάθος.
Όταν το πλοίο της δέχεται εισβολή και ο άγνωστος που στοιχειών...
Hoppla! Dieses Bild entspricht nicht unseren inhaltlichen Richtlinien. Um mit dem Veröffentlichen fortfahren zu können, entferne es bitte oder lade ein anderes Bild hoch.
"Μην λες το όνομά μου" μου είπε απότομα μέσα από τα δόντια της και μου κόπηκε η ανάσα. Δεν κατάλαβα καν ότι το είπα, για να είμαι ειλικρινής. Κάθε φορά που την έβλεπα αυτές τις μέρες κατέβαλα τεράστιες προσπάθειες να διατηρήσω την ψυχραιμία μου, να μην δείξω κανέναν σημάδι οικειότητας. Επίτηδες έπαιρνα όλες τις βραδινές σκοπιές για να μην τύχει και κοιμηθώ τις ίδιες ώρες με εκείνη. Και όταν το κατάφερνα και ήμουν τόσο απότομος και ψυχρός όσο προσπαθούσα, το πόσο εχθρική φαινόταν απέναντί μου ήταν σαν γροθιά στο στομάχι - μου προκαλούσε αυτήν την φρικτή αίσθηση ότι την πλήγωνα, την απογοήτευα.
Ήταν εγωιστικό εκ μέρους μου να πληγώνομαι, το ήξερα. Εγώ προκαλούσα αυτήν την συμπεριφορά της, δεν ήθελα να αφήσω περιθώρια αμφιβολίας, αλλά καμιά φορά μου το έκανε πολύ δύσκολο να προσποιούμαι. Έτσι, πότε πότε, μαζοχιστικά σαμπόταρα τον εαυτό μου και επέστρεφα ξύπνιος στο όνειρο. Τα πάντα ήταν πιο εύκολα εκεί: να της μιλάω, να την κοιτάω, να την αγγίζω. Να λέω το όνομά της. Η πραγματικότητα έμοιαζε με φίμωτρο, με αλυσίδες στα χέρια μου.
Δεν συνειδητοποίησα ότι κρατούσα ακόμα το χέρι της μέχρι που το τράβηξε μακριά μου. Μόνο τότε κατάλαβα ότι ήταν η πρώτη φορά που με κάποιον τρόπο αγγίζαμε ο ένας τον άλλον εκτός ονείρου. Σε αυτό ήμασταν και οι δύο πολύ προσεκτικοί: αν τύχαινε να βρεθούμε κοντά, ακόμα και όταν απλά κυκλοφορούσε στο πλοίο, με κάποιον άλλον στρατιώτη να την φυλάει, ελισσόμασταν σχεδόν χορευτικά ο ένας δίπλα από τον άλλον, λες και με την παραμικρή επαφή θα άνοιγαν οι πύλες του Άδη.
Έκανε ένα βήμα πίσω και ένιωσα ένα κύμα δροσερού αέρα να περνάει ανάμεσά μας. Όλη η σκηνή ξαναέπαιζε στο μυαλό μου, σαν να προσπαθούσα αντανακλαστικά να βρω το λάθος που έκανα και την ανάγκασα να απομακρυνθεί.
Μέχρι που θυμήθηκα τα λόγια τις. Με αναγκάζετε να υπακούσω σε νόμους που δεν τηρώ νομίμως εδώ και πολύ καιρό. Μου ξέφυγε ένα γελάκι. "Παρανομείτε νομίμως λοιπόν;" ρώτησα και γέλασε πίσω. Η ένταση της στιγμής έσβησε σαν φυτίλι που έφτασε στο τέλος του.