"Εγώ να μην νοιάζομαι; Στην μέση να με ανοίξουν εσένα θα βρουν"
Η Σελίν πέρασε όλη της τη ζωή πιστεύοντας πως η θάλασσα μπορούσε να την προστατεύσει από τα λάθη της στεριάς. Έκανε λάθος.
Όταν το πλοίο της δέχεται εισβολή και ο άγνωστος που στοιχειών...
Ops! Esta imagem não segue nossas diretrizes de conteúdo. Para continuar a publicação, tente removê-la ou carregar outra.
Όλο το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Το χέρι μου ήταν καλύτερα - το κάψιμο και η φαγούρα στην παλάμη μου, όλα είχαν εξαφανιστεί. Το πρόβλημα βέβαια ήταν ότι την θέση τους πήρε ένα περίεργο σχέδιο: κάτι σαν ουλή σε σχήμα ήλιου. Σαν από τικ, άνοιγα και έσφιγγα συνέχεια την γροθιά μου, λες και περίμενα ότι μία από τις φορές που θα την άνοιγα, το σχέδιο θα είχε εξαφανιστεί και όλα θα ήταν φυσιολογικά, ότι όλα όσα άκουσα σήμερα στην ανάκριση της Σελίν δεν αφορούσαν εμένα.
Το χέρι μου, ωστόσο, και το τι σήμαινε δεν με απασχολούσε καν εκείνη την στιγμή όσο το πού την είχαν πάει και τι της είχαν κάνει.
Δεν της χαρίστηκαν - αυτό ήταν το μόνο σίγουρο. Σε κανέναν δεν έκαναν εκπτώσεις: όλοι οι προηγούμενοι που είχαν έρθει, όλα τα άτομα που είχα δει να περιφέρονται στο ανάκτορο και δεν ήξερα ποιοί ήταν ή τι έκαναν εκεί πέρα, τις πρώτες μέρες ήταν αδύνατοι, χλωμοί, με μώλωπες. Φαντάσματα που στοίχειωναν τους άδειους χώρους μέχρι το καλό φαγητό και οι περιποιήσεις να προφτάσουν να τους ξανακάνουν να μοιάζουν υγιείς και ζωντανοί.
Όλα τώρα έβγαζαν νόημα. Τόσες εβδομάδες το μυστήριο γύρω από αυτούς τους ανθρώπους που τους έφερναν κλεφτά στο ανάκτορο, από τις πίσω πόρτες, τους εξαφάνιζαν για κάποιες μέρες και μετά τους έβαζαν στους ξενώνες των επίσημων καλεσμένων, με όλες τις πολυτέλειες που αυτό συνεπαγόταν, με βασάνιζε. Ήταν από τα τελευταία πράγματα που είχα συζητήσει με την Σελίν στο όνειρο.
Τα όνειρα. Στο πλοίο είχα καταφέρει να κοιμάμαι διαφορετικές ώρες από αυτήν, γιατί φοβόμουν. Φοβόμουν ότι αν ξαναβρισκόμασταν εκεί, στο μέρος που και οι δύο ξέραμε από μικρά παιδιά και βρίσκαμε καταφύγιο για όλη μας την ζωή, δεν θα μπορούσα να της κρυφτώ. Η αλήθεια με έπνιγε κάθε φορά που την έβλεπα, σαν κάτι να είχε κρυφτεί μέσα στο στομάχι μου και κάθε φορά ξεδιπλωνόταν και σκαρφάλωνε μέχρι το στόμα μου ικετεύοντας να βγει. Στο όνειρο δεν είχα μισή ελπίδα να αντισταθώ. Και τι θα έκανα εξάλλου; Θα προσποιούμουν ότι οι τελευταίες μέρες δεν είχαν υπάρξει ποτέ; Δεν ήταν και ακριβώς το είδος ατόμου που θα άφηνε όλη αυτήν την ιστορία να περάσει έτσι, επιλέγοντας να ζήσει ένα ψέμα - μία θεατρική παράσταση. Θα με έπιανε από τα μούτρα και θα ζητούσε εξηγήσεις πριν καν με κοιτάξει.