"Εγώ να μην νοιάζομαι; Στην μέση να με ανοίξουν εσένα θα βρουν"
Η Σελίν πέρασε όλη της τη ζωή πιστεύοντας πως η θάλασσα μπορούσε να την προστατεύσει από τα λάθη της στεριάς. Έκανε λάθος.
Όταν το πλοίο της δέχεται εισβολή και ο άγνωστος που στοιχειών...
Oops! This image does not follow our content guidelines. To continue publishing, please remove it or upload a different image.
Δεν μπορούσα να βάλω το μυαλό μου σε μία τάξη. Όλα γινόντουσαν τόσο γρήγορα: από την στιγμή που ανεβήκαμε στο πλοίο, μέχρι που την είδα, μέχρι τώρα που κοιτούσα το αίμα της να στάζει στο πάτωμα σαν σταγόνες χρυσού. Μα τους θεούς. Ίσως για αυτό να την έβλεπα στον ύπνο μου όλα αυτά τα χρόνια.
Η γροθιά μου ήταν τόσο σφιγμένη πίσω από την πλάτη μου που άρχισαν να μουδιάζουν τα δάχτυλά μου. Η εικόνα του Άγη από πριν να κρατάει το πιστόλι στο κεφάλι της ήταν σαν βγαλμένη από εφιάλτη. Και τώρα κινδύνευε. Για αυτό ήμουν σίγουρος - τον κόσμο που έφερναν τον τελευταίο καιρό στο Μέλαθρον τον κρατούσαμε εβδομάδες σε κελιά και σε δωμάτια ανάκρισης, στα οποία εγώ δεν είχα πρόσβαση, αλλά ήξερα ότι έβγαιναν υποσιτισμένοι και... όχι στην καλύτερη δυνατή σωματική υγεία.
Κάποιες στιγμές η σκηνή γύρω μου βουβαινόταν. Με απορροφούσε η εικόνα της, σαν να ήμασταν και πάλι σε όνειρο. Τα μαλλιά της, το πρόσωπό της τόσο μα τόσο γνωστά και ταυτόχρονα τόσο ξένα. Στα όνειρα ποτέ δεν φορούσαμε τα ρούχα μας, τα πρόσωπά μας ήταν καθαρά, ανέγγιχτα. Όλα θαρρείς ξεπλυμένα και άχρωμα. Ούτε χτυπήματα ούτε πληγές, μόνο οι ουλές που άφηναν. Οπότε τώρα το κουρασμένο πρόσωπο της με σημάδια από κάρβουνο και σκόνη και τα βρώμικα και γδαρμένα ρούχα της, ήταν πράγματα που δεν είχα δει ποτέ μου. Ίσως να ήταν ο τρόπος των ονείρων να μην δώσουμε σημασία στην εξωτερική εμφάνιση ο ένας του άλλου, ίσως να μην ήθελαν να αναγνωρίσουμε ο ένας τον άλλον αν συναντιόμασταν τυχαία. Λες και δεν θα την αναγνώριζα παντού.
Αλλά να 'μαστε. Και τα μάτια της, το βλέμμα της, αυτά τα ήξερα. Αλλά έξω από τα όνειρα όλα θα ήταν πολύ εύθραυστα. Αν έδειχνα ότι την γνώριζα - αν κι εκείνη με αναγνώρισε, το ήξερα από τον τρόπο που με κοιτούσε -, ό,τι είχαμε όλα αυτά τα χρόνια θα εξαφανιζόταν. Δεν υπάρχει χειρότερο μίασμα από την πραγματική ζωή.
Συνέχισα να κοιτάω το αίμα να στάζει νωχελικά, σαν μέλι, να λάμπει κάτω από το φως του φεγγαριού. Το πλήρωμά της την κοιτούσε επίσης με δέος. Δεν ήξεραν. Λογικό. Ούτε για μένα ήξερε κανείς και έτσι σκόπευα να το κρατήσω.