Είναι ακόμα εδώ...

286 27 3
                                        

  Παρατηρούσε τους εργάτες να ετοιμάσουν το σπίτι για τις εργασίες. Η υγρασία δεν την άφησε να κλείσει μάτι όλη νύχτα. Αυτή και ο εφιάλτης που την επισκέφτηκε πολλές φορές μέχρι το χάραμα,  την ανάγκασαν να ξεκινήσει νωρίς την ήμερα της.

  Στις εφτά κατέφτασαν οι εργάτες και δύο ώρες αργότερα όλα ήταν έτοιμα για να ξεκινήσουν οι εργασίες. Τα έπιπλα του σαλονιού είχαν μετακινηθεί στο πάνω πάτωμα, καλυμμένα με νάιλον σακούλες. Ο τοίχος που έκανε την κουζίνα ξεχωριστό δωμάτιο είχε πλέον γκρεμιστεί, ενώ οι υδραυλικοί άλλαζαν τους σωλήνες σε κάθε νιπτήρα.

  Επικρατούσε ένα χάος. Ένα οργανωμένο χάος, αν μπορούσε να το χαρακτηρίσει έτσι. Υπήρχε ένα σχεδιάγραμμα που έπρεπε να τηρηθεί. Σήμερα τα υδραυλικά, αύριο τα ηλεκτρολογικά, τις επόμενες μέρες η αλλαγή του παρκέ και τέλος το βάψιμο των τοίχων. Όταν θα τελείωναν με το κάτω πάτωμα θα ασχολιόντουσαν με το πάνω, το δωμάτιό του και το μπάνιο. Δεν ήθελε να αλλάξει ο δικός της χώρος ούτε και η κρεβατοκάμαρα της θείας της και εκείνος δεν την πίεσε για κάτι παραπάνω. Εξάλλου είχε καταφέρει αυτό που ήθελε. Δεν ήταν άπληστος.

  Δεν είχε εμφανιστεί ακόμα. Η ώρα κόντευε δέκα και οι εργασίες είχαν πάρει φωτιά, αλλά εκείνος άφαντος. Ούτε ένα τηλέφωνο δεν την είχε πάρει. Έτσι για να την ενημερώσει, να δείξει τουλάχιστον ότι την υπολογίζει. Ήταν τρομερά θυμωμένη με τον εαυτό της που για μια ακόμη φορά πέρναγε το δικό του. Που πατούσε για εκατοστή φορά τον εγωισμό της. Όσες αποφάσεις και να έπαιρνε, όσους στόχους και να έβαζε, όλα έμοιαζαν ακατόρθωτα με εκείνον πάνω από το κεφάλι της.

  Σκούπισε το μέτωπό της από τον ιδρώτα. Η μέρα προβλεπόταν ανυπόφορα ζεστή. Το καλοκαίρι έδειχνε την διάθεσή του για τους επόμενους δύο μήνες και οι άνθρωποι έπαιρναν τα μέτρα τους. Ένας δυνατός θόρυβος την έκανε να αναπηδήσει και οι βρισιές των εργατών την έθεσαν σε εγρήγορση.

  " Κυρία Έλλη! " ακούστηκε η αγριοφωνάρα του Κωστή, ενός από τους υδραυλικούς στην κουζίνα. " Ελάτε γρήγορα ".

  Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του και εκείνη στεκόταν από πάνω του κοιτώντας τον χαμό. Νερά κάλυπταν το πάτωμα, καθώς και τον τοίχο απέναντι από τον νεροχύτη. " Μπορείτε να μου πείτε τι έγινε ; " είπε προσπαθώντας να μην φανεί απελπισμένη.

  " Η σωλήνες είναι πιο παλιοί και από τον προπάππου μου τον Χαραλάμπη! Ίσως να είναι και αυτοί που μπήκαν όταν πρωτοχτίστηκε το σπίτι "

Ήταν καλοκαίριWhere stories live. Discover now