Στο μπαλκόνι του

267 27 8
                                        

  Σήμερα είναι Σάββατο. Πόσες μέρες απομένουν ακόμα; Πέντε! Πέντε... Αυτό σκεφτόταν κάθε μέρα πλέον, τις μέρες που της είχαν απομείνει και όσο ο αριθμός μειωνόταν, τόσο εκείνη ήλπιζε σε κάτι καλύτερο. Γέλασε σαρκαστικά. Δεν ήλπιζε σε τίποτα καλύτερο, απλά μαράζωνε ακόμη περισσότερο.

  Δεν άντεχε άλλο να κοροϊδεύει τον εαυτό της. Αναρωτιόταν πως μπόρεσε να πειστεί ότι θα μπορούσε να τον ξεχάσει για μια ακόμη φορά. Εδώ έξι χρόνια περάσαν και ακόμα αναγνώριζε τη μυρωδιά του, θυμόταν την αίσθηση των φιλίων του στη σάρκα της, τη λατρεία στα ματια του όταν τελείωνε μέσα της. Ήταν δυνατόν να ξεπεράσει αυτά που ακόμα ένιωθε για εκείνον και να συνεχίσει παρακάτω;

  Και εδώ ήταν που στη θέση της καρδιάς έμπαινε για μια ακόμη φορά η λογική. " Ναι, είναι δυνατόν. Εκείνος σε έκανε να μην εμπιστεύεσαι τους ανθρώπους, εκείνος σου ξερίζωσε την καρδιά. Θυμήσου τα παραμύθια που σου έλεγε! Ο Λεωνίδας δεν θα το έκανε ποτέ αυτό. Ο Λεωνίδας σε αγαπάει αληθινά, γίνεται χαλί να τον πατήσεις. Θα σε κάνει ευτυχισμένη, δε θα σε προδώσει ποτέ " της έλεγε το μυαλό της. Και όταν εκείνη τολμούσε να αντιμιλήσει εκείνο της απαντούσε με την ίδια πάντα φράση. " Πρέπει να μάθεις να τον αγαπάς! Είσαι υποχραιωμένη ".

  " Είμαι υποχραιωμένη " ψιθύριζε και εκείνη με τη σειρά της για να το εμπεδώσει.

  Δύο μέρες είχαν περάσει από τότε που πήγαν στις Λεύκες για φαγητό. Δεν είχαν ξαναμιλήσει για όσα είχαν ειπωθεί, αλλά ήξερε πως τίποτα δεν έμεινε ίδιο. Την προηγούμενη μέρα, της είχε πει μια άτονη καλημέρα και για τις υπόλοιπες ώρες ήταν κλεισμένος στη κουζίνα μαζί με τους υδραυλικούς. Ούτε που κατάλαβε πότε έφυγε. Δεν πήγε να την καληνυχτίσει.

  Μακάρι να το είχε κάνει. Ίσως, τότε ο εφιάλτης τη λυπόταν και την άφηνε να κοιμηθεί ήσυχη. Αντίθετα χθες ήταν πιο έντονος από ποτέ. Ξύπνησε κλαμμένη και με έναν φοβερό πονοκέφαλο να βασανίζει το κεφάλι της. Δεν ένιωθε ακόμα και τα ποδιά της, οπώς είχε συμβεί τότε. Αλλά τότε όλα ήταν ακόμη πιο παραστατικά καμία σχέση με το απλό της όνειρο.

  Ένα πλάγιο ειρωνικό χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη της. Έσβησε το τσιγάρο που είχε και άναψε άλλο κοιτάζοντας τον μαύρο ουρανό. Σε λίγες μέρες θα είχε πανσέληνο σκέφτηκε. Καθόταν μόνη στο μπαλκόνι του δωματίου του, ατενίζοντας την γαλήνια θάλασσα. Ήταν το μόνο μέρος πλεόν που δεν ένιωθε πως ασφικτυεί. Είχε ανάγκη από λίγη χαλάρωση.

Ήταν καλοκαίριWhere stories live. Discover now