Αφού παίρνω το Νίκο από τον παιδικό σταθμό, κατευθύνομαι προς το σπίτι. Ο Νίκος ανεβαίνει στο δωμάτιο του και εγω αποφασίζω να κάνω ένα μπάνιο πριν κατέβω στην κουζίνα για μαγείρεμα. Ανεβαίνω στο δωμάτιο μου, γδύνομαι και χώνομαι στην ντουζιέρα.
Μετά από σχεδόν μια ώρα και αφού έχω λιώσει, στην κυριολεξία, μέσα στο μπάνιο, αποφασίζω επιτέλους να βγω. Ντύνομαι στα γρήγορα και κατεβαίνω στην κουζίνα για να μαγειρέψω. Ανοίγω το ψυγείο αλλά συνειδητοποιώ ότι ξέχασα να πάω για ψώνια και ότι το ψυγείο είναι κουδούνι. Όποτε αποφασίζω να πάω στο σούπερ μάρκετ. Ανεβαίνω στο δωμάτιο του Νίκου και χτυπάω την πόρτα.
"Ζουζούνι, πρέπει να πάω στο σούπερ μάρκετ να ψωνίσω. Θέλεις να έρθεις μαζί;"
"Όχι θα κάτσω εδώ"
"Εντάξει. Δε θα αργήσω έτσι; Πρόσεχε"
Παίρνω κλειδιά, κινητό και μπουφάν και βγαίνω απο το σπίτι.
----
Μετά από μισή ώρα έχω βρει όλα όσα θέλω και πάω σπίτι. Όταν ανοίγω την πόρτα ακούω το Νίκο να ουρλιάζει. Οι κραυγές ακούγονται από το σαλόνι. Πετάω τις σακούλες και τρέχω προς το σαλόνι. Το θέαμα που αντικρίζω με κάνει να παγώσω στη θέση μου. Ο Νίκος είναι ξαπλωμένος στο πάτωμα με ματωμένο κεφάλι και από πάνω του ο Θάνος να τον χτυπάει ανελέητα στο πάτωμα. Του τραβάει τα μαλλιά και κοπανάει το κεφάλι του στο ξύλινο τραπέζι. Μόλις με βλέπει αφήνει το Νίκο και κατευθύνεται προς το μέρος μου. Η απόσταση μεταξύ μας έχει μειωθεί αρκετά έτσι ώστε να μυρίζω την αναπνοή του που βρωμάει αλκοόλ και τσιγάρα.
"Βρε καλώς την. Που ήσουν μωρή; Και γιατί δεν υπάρχει φαγητό στην κουζίνα;"
"Εεεπρεπε να πάω για..για ψώνια. Συγνώμη"
"Και ποιος σου έδωσε την άδεια να φύγεις έτσι από το σπίτι;;"
Αρπάζει τα μαλλιά μου και αρχίζει να με χαστουκίζει. Τα χέρια του τώρα κατευθύνονται στο στήθος μου. Με μια του κίνηση μου σκίζει τα ρούχα έτσι ώστε έχω μείνει με τα εσώρουχα μου. Το βλέμμα μου πέφτει στο Νίκο, που είναι ακίνητος στη θέση του κοιτάζοντας το αποκρουστικό θέαμα. Ο Θάνος αρπάζει πάλι την κοτσίδα μου και αρχίζει να με χτυπάει δίχως έλεος. Αρχίζει να ξεκουμπώνει το παντελόνι του.
"Όχι, όχι, όχι σε παρακαλώ. Ο αδερφός μου.." αυτό είναι το μόνο που καταφέρνω να αρθρώσω μέσα στους λυγμούς μου.
"Να το σκεφτόσουν νωρίτερα τσουλί"
Δεν μπορώ να αφήσω τον αδερφό να δει κάτι τέτοιο.
Με όση δύναμη μου έχει απομείνει, τον σπρώχνω από πάνω μου και αρχίζω να τον χτυπάω.
"Μην τολμήσεις να με ξανά ακουμπήσεις. Θα τα μάθουν όλα οι μπάτσοι" τσιρίζω.
"Τι είπες μωρή;;" Η οργή τον έχει κατακλύσει. Το βλέπω.
Ορμάει πάλι επάνω μου και αρχίζει να με χτυπάει στον τοίχο.
"Άννα;"ακούω μια αντρική φωνή από το χολ να με φωνάζει.
"Τι στο διάολο!?" η αντρική φωνή είναι τωρα στο σαλόνι. Γυρνάω και αντικρίζω το Δημήτρη να με κοιτάει με οργή.
Χωρίς δεύτερη σκέψη, με γρήγορα και σταθερά βήματα κατευθύνεται προς το μέρος του Θάνου. Τον τραβάει από την μπλούζα και τον αρχίζει στα χαστούκια και στις μπουνιές.
"Πάμε να φύγουμε πριν σηκωθεί"
Βγάζει το μπουφάν του και μου το δίνει. "Φορά αυτό"
Σηκώνει το Νίκο στις πλάτες του και παίρνει το χέρι μου. Βγαίνουμε έξω από το σπίτι και μας καθοδηγεί στο αυτοκίνητο του. Βάζει το Νίκο στην πίσω θέση και έπειτα μπαίνει στη θέση του οδηγού και ανάβει τη μηχανή.
"Πρέπει να πάμε στο νοσοκομείο" λέω χαμηλόφωνα.
----
Καθόμαστε στην αίθουσα αναμονής του νοσοκομείου και περιμένουμε τους γιατρούς να μας πούνε για το Νίκο και για το αν είναι καλά. Δεν έχουμε μιλήσει καθόλου. Ο καθένας βρίσκεται στη σιωπή του, βυθισμένος στις σκέψεις του.
"Ευχαριστώ πολύ για σήμερα. Απλά θα ήθελα άλλη μια χάρη. Μόλις πάρω το Νίκο αν μπορείς να μας γυρίσεις σπίτι"
"Δε σοβαρολογείς έτσι; Θα γυρίσεις εκεί; Ο άλλος μπορεί να είναι ακόμα εκεί. Και ποιος είναι βασικά αυτός;"
"Ο πατριός μου" μουρμουρίζω.
"Εδώ και ποσό καιρό γίνεται όλο αυτό;"
"Εδώ και δυο χρόνια, από τότε που πέθανε η μητέρα μου"
Γυρνάει και με κοιτάζει έκπληκτος.
"Και δεν ήξερε κανένας για όλο αυτό;"
"Όχι...μόνο εσύ"
"Θα έρθετε να μείνετε σπιτι μου!!"
"Δεν..δεν γίνονται αυτά που λες"
"Παραλίγο να σας σκοτώσει Άννα. Για όνομα του Θεού. Δεν μπορώ να σας αφήσω εκεί πέρα. Θα έρθετε σε μένα. Τέλεια και παύλα. Έτσι και αλλιώς οι γονείς μου λείπουν όλη την ώρα για επαγγελματικά ταξίδια"
"Ευχαριστώ πολύ, δεν ξέρω τι θα γινόταν χωρίς εσένα"
"Μη φοβάσαι. Πλέον έχετε εμένα. Δεν θα αφήσω κανένα να σας πειράξει"
Τύλιξε τα χέρια του γύρω μου ενώ ψυθίρισε στο αυτό μου "μη φοβάσε, είμαι εδώ για σένα"
---
Ενα ελαφρύ σκούντημα με ξυπνάει.
"Άννα, ξυπνά. Ήρθε ο γιατρός"
Ανοίγω τα μάτια μου και συβειδητοποιω ότι είμαι ακόμα στηνα γυαλιά του Δημήτρη.
"Πόση ώρα πέρασε;"
"Δυο ωρες. Έλα σήκω να δούμε τι θα πει ο γιατρος"
"Λοιπόν, ο Νικολάκης έχει ένα σπασμένο χέρι και 5 ράμματα στο μέτωπο. Ευτυχώς δεν έπαθε κάτι χειρότερο. Μπορείτε να τον πάρετε σπίτι αλλά θέλει ξεκούραση"
"Ευχαριστουμε πολύ γιατρέ"
Σκύβω στα γόνατα μου και ανοίγω τα χέρια μου για να έρθει ο Νίκος σε μένα. Τον παίρνω στον ώμο μου και αισθάνομαι τα καυτά δάκρυα του να μουσκεύουν τον ώμο μου. Του χαϊδεύω απαλά τα μαλλάκια και του λέω καθησυχαστικά "όλα θα πάνε καλά".
"Δεν θέλω ναι γυρίσω εκει" λέει μεσα στους λυγμούς του.
"Τωρα έχετε καινούριο σπίτι φιλαράκο" λέει ο Νίκος καθώς το χαϊδεύει τα μαλλάκια και μου ρίχνει ένα καθησυχαστικό χαμόγελο.
~~~~
Καινούριοο κεφάλαιο λοιπόν. Ελπίζω να σας αρέσει η τροπή της ιστορίας. Χαίρομαι πολύ για τα σχόλια σας για αυτό γραψτεε!!
Το τραγούδι είναι του Μιχάλη Χατζηγιάννη και λέγεται Άννα. Ταιριάζει και με την ηρωίδα μας:)
ŞİMDİ OKUDUĞUN
Επιβίωση
Genç KurguΗ Άννα Παπαδάκη είναι ένα συνηθισμένο 17χρονο κορίτσι. Έχει μακριά κάστανα μαλλιά και υπέροχα καστανά μάτια. Ζει με τον 5χρονο αδερφό της και με τον πατριό της, Θάνο, απο τότε που πέθανε η μητέρα της όταν ήταν 15. Όλα φαίνονται να ειναι συνηθισμένα...
