❝Ο χρόνος είναι πολύ αργός για όσους περιμένουν, πολύ γρήγορος για όσους φοβούνται, πολύ μακρύς για όσους θρηνούν, πολύ σύντομος για όσους χαίρονται, αλλά για όσους αγαπούν, ο χρόνος είναι αιωνιότητα.❞
― Henry Van Dyke
............................................................
Όλα ήταν πλέον στην εντέλεια, όπως η νεαρή κοπέλα προσδοκούσε ότι θα ήταν. Παρά τη φασαρία που η ίδια στάθηκε ως αιτία για να ξεσπάσει, διατηρούσε την ψυχραιμία της, περπατώντας με αργό ρυθμό μπροστά από τις αποσκευές της που είχαν στιβαχθεί στη γωνία της πόρτας. Το ευγενικό και θερμό φως του ηλίου σαν πέπλο κάλυψε το γκρίζο της Αθήνας, δίνοντας μία άλλη λάμψη στη μιζέρια και τη δυστυχία των κατοίκων της. Μετά από τουλάχιστον τρεις ώρες οι συνθήκες για αυτό το ταξίδι έγιναν πιο αισιόδοξες και έτρεφαν με συναισθήματα ξεγνοιασάς και ανεμελιάς την ψυχή της, που δροσερό νερό κυλούσε μέσα από αυτή και μία αναρριχητική βλάστηση σκαρφάλωνε στα πιο δυσπρόσιτα τοιχώματα της καρδιάς της. Ξαφνικά την προσοχή της απορρόφησε μία εντυπωσιακή, βιολετί πεταλούδα που πέταξε έως ένα κατάλευκο και υγιές ρόδο. Τα φτερά της έμοιαζαν λες και τα είχε ράψει κανείς από μετάξι και κάτω από το φως του ηλίου κυμάτιζαν, όπως τσαλακώνονταν για να της δώσουν την απαραίτητη δύναμη να πετάξει μακριά. Έτσι αισθανόταν και εκείνη. Η μοίρα της, σαν φυτό άνθιζε μέσα της σιγά σιγά, έβλεπε μία τρομακτική μα συνάμα ενδιαφέρουσα αλλαγή στο εσωτερικό του ιδιωτικού της κήπου. Έπρεπε πετώντας να συναντήσει και αυτή το δικό της μέλλον, μα όσο παράξενο και αν φαίνεται, πίστευε πως ήταν δίπλα στον Χιούγκο και στην ζωή που θα δημιουργούσαν μαζί από εδώ και στο εξής. Οι δύο τους κόσμοι επιτέλους συγκρούστηκαν και από τα συντρίμμια, ένας νέος κήπος της Εδέμ αναδιαμορφώθηκε με εκλεκτούς καλεσμένους μόνο εκείνους, ώστε να απολαύσουν αδιάκοπα τους καρπούς της ηδονής και της γαλήνης μένοντας αγκαλιά έως τότε που η Αυγή χαράζει με τα πινέλα της τον ουρανό και το δροσερό γρασίδι συνιστά το καλύτερο στρωσίδι για την ανάπαυσή τους.
«Αυτά είναι και τα τελευταία.» Ο Αντώνης, ο μικρότερος γιος ενός εργάτη στην οικεία Αναγνωστάκη, φρόντισε να κουβαλήσει και την τελευταία βαλίτσα της, ακουμπώντας την απαλά στην κορυφή από τις υπόλοιπες, περιμένοντας καρτερικά τον σοφέρ να τις ματεφέρει ολικώς στο αυτοκίνητο του Γερμανού Αξιωματικού που θα βρισκόταν εκεί στην ώρα του. Ούτε ένα λεπτό λιγότερο ή περισσότερο, αλλά όπως της είχε υποσχεθεί. Ύστερα, δίχως να χάσει στιγμή προχώρησε προς τις μαρμάρινες σκάλες, οι οποίες είχαν λερωθεί από το καφετί χρώμα της λάσπης, για να βρεθεί στον κήπο και να βοηθήσει τον πατέρα του που τη δεδομένη χρονική περίοδο συμμάζευε τον -ευτυχώς όχι ολοσχερώς κατεστραμμένο- κήπο. Παρά την ηλικία του -μόλις 8 ετών- είχε μάθει πολύ καλά την έννοια της λέξης ''ένδεια'' και χωρίς να φέρνει πολλές πολλές αντιρρήσεις αποφάσισε να συνεισφέρει και εκείνος οικονομικά, βοηθώντας τον πατέρα του με τον οποιονδήποτε τρόπο ήταν ικανός.
YOU ARE READING
Διπλός Πειρασμός
Historical FictionΔύο αδερφές αγαπημένες, η Ερατώ και η Κλειώ, με μοναδικό τους κοινό την αγάπη τους για το θέατρο θα ζήσουν μια από τις πιο αιματοβαμμένες εποχές της Ελληνικής ιστορίας. Η Ερατώ πάντοτε ενάντια στην ιδεολογία του πατέρα της γίνεται αγωνίστρια του ΕΑ...
