7 Ιανουαρίου 1942, Αθήνα
Αυτή τη γιορτινή μέρα, η Ερατώ δεν είχε παράσταση καθώς το θέατρο παρέμεινε κλειστό. Τουλάχιστον, έτσι θα έπρεπε να είναι και τις υπόλοιπες μέρες, για ένδειξη πένθους αρχικά για μια χώρα που φυτοζωούσε, μα δεν έπαυε να αγωνίζεται για να αποκτήσει ξανά το πιο σημαντικό αγαθό, το ίδιο σημαντικό με το οξυγόνο, την ελευθερία της και κατά δεύτερον για όλες τις ψυχές, τόσες που έχανες το μέτρημα, που πέθαιναν είτε από το περίστροφο κάποιου Γερμανού, είτε από την πείνα σε κάποιο βρώμικο σοκάκι της πόλης που κάποτε έσφυζε από ζωή και κλασική ομορφιά, έχοντας χάσει ολότελα την αξιοπρέπεια τους.
Εκείνη δεν είχε τύχει να υπάρξει παρούσα σε μια τέτοια μακάβρια σκηνή, όμως ο Λευτέρης που κυκλοφορούσε περισσότερο της είχε πει πως στην αυλή ενός εγκαταλελειμμένου σπιτιού την μέρα των Χριστουγέννων, κειτόταν το πτώμα ενός νεαρού, ανάσκελα, με το ξεραμένο αίμα να έχει καλύψει τα ορθάνοιχτα μάτια του και το υπόλοιπο ασάλευτο πρόσωπο του, έχοντας αφήσει λεκέδες και στο οδόστρωμα που θα έμεναν εκεί, ως τα μόνα αποδεικτήρια του εγκλήματος που είχε διαπραχθεί. Όταν ο Λευτέρης επέστρεψε το απόγευμα, το πτώμα είχε εξαφανιστεί, είχε περάσει το καρότσι του Δήμου και θα το είχε μαζέψει μαζί με άλλα ανώνυμα θύματα ενός άδικου πολέμου. Ένα βουνό από άγνωστα σώματα, αγνώριστα, που δεν θα τα θρηνούσε κανείς.
Ένα ρίγος διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά της Ερατούς με αυτές τις σκέψεις. Ήταν πράγματι πολύ δυναμική και μπορούσε να αντέξει τέτοια θέματα, όμως ήταν και πολύ συναισθηματική και ευαίσθητη, ειδικά τώρα, που άρχιζαν να διαδίδονται οι πρώτες φήμες και για εκείνη. Όχι γιατί την είχαν δει μαζί με τον Γερμανό Αξιωματικό, αλλά το ένα έφερε το άλλο. Όλοι οι ηθοποιοί αρνιόνταν να παίξουν γιατί ο κόσμος δεν είχε διάθεση για θέατρο όπως και για κάθε άλλο είδος διασκέδασης. Επομένως στα θέατρα και στα ακριβά μαγαζιά της Αθήνας όπως το Ζόναρς, που σε αλλοτινές εποχές έπρεπε να περιμένεις λίγα λεπτά για να βρεις ελεύθερο τραπέζι, πλέον είχαν καταληφθεί από μεθυσμένους από την ομορφιά της Αθήνας Γερμανούς και ελάχιστους Έλληνες, που ακόμη είχαν την δυνατότητα να εξασφαλίσουν ένα εισιτήριο ή ένα γεύμα. Από επιθυμία της Ερατούς και μόνο η σκηνή του Εθνικού θεάτρου ήταν ανοιχτή. Αυτό δεν άργησε να γίνει γνωστό σε κάθε κύκλο της κοσμικής Αθήνας και έτσι της είχαν προσδώσει τον τίτλο της προδοσίας. Όπως περίμενε, ο Κωνσταντίνος δεν είχε μιλήσει σε κανένα, εξάλλου δεν είχε να κερδίσει κάτι από αυτό, παρά μόνο την ικανοποίηση πως μπορούσε να την απειλήσει. Ευτυχώς ήταν ελάχιστοι οι άνθρωποι που πίστευαν αυτά τα κουτσομπολιά, κυρίως αυτοί που δεν την γνώριζαν καλά και βασίζονταν στις ιδεολογίες του πατέρα της. Η πλειοψηφία συνέχισε να τη σέβεται και να την λατρεύει όπως συνήθως. Όμως αυτά τα λίγα άτομα την τρόμαζαν. Είχε μάθει πως δεν είναι δύσκολο να ανατραπούν οι συνθήκες, πόσο μάλλον η γνώμη του κόσμου για ένα άτομο αμφιλεγόμενο.
YOU ARE READING
Διπλός Πειρασμός
Historical FictionΔύο αδερφές αγαπημένες, η Ερατώ και η Κλειώ, με μοναδικό τους κοινό την αγάπη τους για το θέατρο θα ζήσουν μια από τις πιο αιματοβαμμένες εποχές της Ελληνικής ιστορίας. Η Ερατώ πάντοτε ενάντια στην ιδεολογία του πατέρα της γίνεται αγωνίστρια του ΕΑ...
