Αθήνα, 30 Σεπτεμβρίου 1941
Έξι μήνες, έξι βασανιστικοί μήνες είχαν περάσει από την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα. Το καλοκαίρι του '41 ήταν αρκετά διαφορετικό από κάθε άλλη χρονιά, καθώς οι συνήθως γεμάτοι δρόμοι που άνθιζαν από νιάτα που ζούσαν λίγες στιγμές ευτυχίας και χαλάρωσης πριν αρχίσουν τα σχολεία και τα πανεπιστήμια, είτε κάνοντας βόλτες ανά ομάδες, είτε απολαμβάνοντας μια δροσερή λεμονάδα στα μικρά παραδοσιακά μαγαζάκια το φετινό καλοκαίρι τα γέλια τους, οι ψίθυροι και τα όνειρα τους έλειπαν από τους γκρίζους δρόμους. Μα και ο κόσμος φοβόταν να κυκλοφορήσει, όπως συνήθως και όλοι είχαν αναβάλει τις διακοπές τους, καθώς πολύ πιθανό στα εξοχικά τους να έβρισκαν έναν Γερμανό που θα είχε επιτάξει το σπίτι που με τόσο κόπο και χρήμα είχαν αποκτήσει. Πιο πολύ απ' όλους φοβόντουσαν οι Εβραίοι, όσοι τουλάχιστον είχαν μείνει στην Ελλάδα και δεν είχαν μεταναστεύσει σε κάποια χώρα του εξωτερικού που δεν παραμόνευε ο κίνδυνος, μα ήταν περισσότεροι εκείνοι που είχαν επιλέξει να παραμείνουν στη χώρα τους. Ήδη γείτονες που διέμεναν κοντά σε σπίτια Εβραίων, τις νύχτες άκουγαν άγρια κλάματα και φωνές και πολλές φορές δεν έλειπαν ούτε οι πυροβολισμοί. Μερικοί συνέχιζαν τον ύπνο τους λες και συνέβαινε κάτι αυτονόητο, ενώ άλλοι έμεναν ξάγρυπνοι και περίμεναν να έρθει η σειρά τους κι ας μην ήταν κυνηγημένοι.
Αντ' αυτού, τη θέση των ντόπιων πήραν Γερμανοί που σουλάτσερναν στους δρόμους αδιάντροπα λες και ο τόπος πριν δεν κατοικούταν, σαν να είχαν εκείνοι ανακαλύψει μια νέα πολιτεία και την είχαν κατοχυρώσει υψώνοντας τη σημαία τους στον ιστορικό βράχο της Ακρόπολης, εκεί που κάποτε οι πρόγονοι των Ελλήνων αγόρευαν για την Δημοκρατία.
Οι άδειοι δρόμοι, αποκτούσαν μια τρομακτική και απόκοσμη ερημιά περισσότερο τη νύχτα, που οι μπότες των Γερμανών περιπόλων αντηχούσαν πέρα από τους τοίχους των σπιτιών, στα ανήσυχα αυτιά των Ελλήνων. Όλοι ήθελαν κάπως να αντιδράσουν, μα ήταν αρκετά φοβισμένοι για να κάνουν την αρχή, όπως συμβαίνει σε κάθε επανάσταση.
Δειλά είχαν κάνει και την εμφάνιση τους και οι μαυραγορίτες που κορόιδευαν τον κοσμάκη για ένα καρβέλι ψωμί, για λίγες ελιές. Πλέον το λάδι είχε γίνει προϊόν πολυτελείας, όπως και πολλά άλλα τρόφιμα και τα πουλούσαν σε υπέρογκες τιμές, που το ταπεινό, εργατικό πορτοφόλι δεν μπορούσε να βαστάξει.
Το φθινόπωρο είχε μπει για τα καλά στην πρωτεύουσα και προβλεπόταν πως θα ακολουθούσε ένας δύσκολος χειμώνας, όμοιος με αυτόν που υπήρχε και στις καρδιές των Ελλήνων από την άνοιξη. Όσοι μπορούσαν, είχαν κάνει τις προετοιμασίες τους, μαζεύοντας προμήθειες, ο κάθε ένας ο, τι έβρισκε. Ήδη τα πρώτα παιδιά από φτωχότερες οικογένειες έβγαιναν και ζητιάνευαν, ραγίζοντας την καρδιά της Ερατούς που τα έβλεπε καθώς πήγαινε στην πρόβα ή στο σπίτι του Λευτέρη και πάντα άνοιγε το τσαντάκι της να τους δώσει οτι χρήματα κουβαλούσε επάνω της. Δεν άντεχε να βλέπει τα απλωμένα, λευκά, αδύνατα χεράκια προς το μέρος της και ύστερα να γεμάτα αθωότητα και θλίψη, μια αλλόκοτη θλίψη, ματάκια να την κοιτούν παρακλητικά. Αν μπορούσε θα τους έδινε όλο το βιος της, μα ήδη είχε αρχίσει να ανεξαρτητοποιείται από την περιουσία του πατέρα της που δεν είχε επηρεαστεί ούτε στο ελάχιστο όπως άλλων οικογενειών και έπρεπε κι εκείνη κάπως να τα βγάλει πέρα αν ήθελε να φύγει σύντομα από το σπίτι όπως σχεδίαζε.
Σιγόβραζε μέσα της καθημερινά βλέποντας τις εικόνες αυτές και δεν γνώριζε καν πως ακολουθούσε ένας φριχτός λιμός που θα κρατούσε σχεδόν για δύο χρόνια. Ήθελε να δράσει με κάποιον τρόπο, είχε σκεφτεί ακόμα να το σκάσει με τη βοήθεια του Λευτέρη από το σπίτι της και να φύγει αντάρτισσα στα βουνά. Η επιθυμία της αυτή αναζωπυρωνόταν όλο και περισσότερο ακούγοντας την μικρή Κλειώ να εξιστορεί κάθε ραντεβού της με τον Γερμανό Αξιωματικό με μάτια που έλαμπαν από ενθουσιασμό και έξαψη. Την πρώτη φορά της έκανε το χατίρι και κάθισε να την ακούσει για το πως πέρασε και πως είχε δώσει το πρώτο της φιλί μαζί του, μα ύστερα κάθε φορά που η Κλειώ άνοιγε κουβέντα για το συγκεκριμένο θέμα η Ερατώ άλλαζε αμέσως συζήτηση, εξοργίζοντας τη μικρότερη αδερφή της που πια έφτασε στο σημείο να μην της λέει ούτε καλημέρα. Για την κατάσταση αυτή κατηγορούσε τον πατέρα της και μόνο που για να διαφυλάξει τα πλούτη του πούλησε ακόμα και την ίδια του την κόρη στους Γερμανούς, χάνοντας και τα λίγα ψήγματα αξιοπρέπειας που είχε στα μάτια της Ερατούς. Η αδερφή της ήταν ακόμα μικρή και ήταν λογικό να ερωτευτεί έναν άντρα ώριμο, αν και συχνά η Ερατώ την έβλεπε να πλασάρει την παρθενική της αδιαντροπιά και σε άλλα νεότερα αρσενικά ανεξαιρέτως αν ήταν Έλληνες ή Γερμανοί, θυμίζοντας της τα δικά της νιάτα που παρασυρμένη από την επίγνωση της ομορφιάς της σκορπούσε καρδιακά σε όποιον νεαρό της τραβούσε το ενδιαφέρον.
Όλα βέβαια είχαν γίνει παρελθόν μόλις γνώρισε τον Λευτέρη, που τώρα κειτόταν στο πλάι της με το σεντόνι να καλύπτει τα επίμαχα σημεία του, έχοντας εκείνη στην αγκαλιά του. Η ώρα πρέπει να ήταν κοντά στο χάραμα, μα εκείνοι δεν μπορούσαν όλη νύχτα να κλείσουν μάτι από το φλογερό τους πάθος και τις έντονες συζητήσεις που είχαν ανά διαστήματα. Αυτή τη φορά όμως ο Λευτέρης δεν είχε καταφέρει με επιτυχία να απομακρύνει από το μυαλό του τις δικές του έγνοιες τις οποίες ήθελε να μοιραστεί με τη μελαχρινή καλλονή που είχε στο πλάι του. Αν και ίσως η μεγαλύτερη του έγνοια ήταν που ο Γερμανός Αξιωματικός δεν άφηνε σε χλωρό κλαρί την Ερατώ και συνέχιζε να επιμένει σθεναρά στο να την κατακτήσει. Δεν ήξερε τι ήταν αυτό το συναίσθημα που έκανε το στήθος του να βράζει και θόλωνε το λογικό μυαλό του. Ζήλια το ονόμαζαν πολλοί, μα ο Λευτέρης δεν είχε κάτι να ζηλέψει από τον Αξιωματικό, αφού εκείνος ήταν αυτός που είχε την Ερατώ πλάι του.
Γύρισε το κεφάλι του και την κοίταξε. Τα βλέφαρα της ήταν βαρύνει από την επικείμενη νύστα και η δεξιά της παλάμη είχε ξεκουραστεί στο στέρνο του κρύβοντας του τη θέα από τα στήθη της. Είχε βολέψει το όμορφο κεφάλι της, με τις καστανές μπούκλες στον ώμο του και το αλαβάστρινο σταρένιο δέρμα της που ξεχώριζε από τα λευκά σεντόνια του θύμιζε αμμουδερά τοπία που κατέληγαν σε μια θάλασσα άλλοτε ακύμαντη, όπου ξαφνικά ένα κύμα διαφορετικό δρόσιζε την νωπή ακτή. Ήταν λες και ολόκληρη η γη και τα στοιχεία της φύσης είχαν έρθει σε μια μυστική συνουσία και είχαν γεννήσει αυτή τη γυναίκα και μόνο ο Λευτέρης ήταν ο εκλεκτός για να την έχει στην αγκαλιά του.
Η κοπέλα αντιλήφθηκε το βλέμμα του και τον κοίταξε κι εκείνη μέσα από τις πυκνές της βλεφαρίδες γλαρωμένη. Τα χείλη της σχημάτισαν ένα ζουμερό μισοφέγγαρο και έφερε το λεπτό της κορμί πιο κοντά στο σώμα του για να πάρει λίγη ακόμα από τη ζεστασιά που εξέπεμπε το κορμί του. Ο Λευτέρης ένιωσε τη καρδία του να φτερουγάει στο στέρνο του. Φερόταν σαν να είχε επίγνωση του πόσο όμορφη ήταν και πόση επιρροή μπορούσε να ασκήσει επάνω του.
«Ένας φοιτητής από την Καλών Τεχνών μου πρότεινε να του ποζάρω γυμνή.» Έκανε η κοπέλα με ένα απαλό γέλιο σαν αεράκι. Ο Λευτέρης γέλασε, βρίσκοντας την πρόταση του επίδοξου ζωγράφου γελοία παρά απρεπή. «Σκέφτομαι να δεχτώ.» Συνέχισε η Ερατώ και ο Λευτέρης απλώς κούνησε καταφατικά το κεφάλι του, στην αναπάντεχη απάντηση της κι αισθάνθηκε παράξενα που δεν ένιωσε το ίδιο χειμαρρώδες συναίσθημα της ζήλιας όπως κάθε φορά που του ανέφερε τα καμώματα του Αξιωματικού.
«Αν έρθει ξανά στο θέατρο να μου τον δείξεις να του δώσω ένα μαθηματάκι για το πως πρέπει να φέρονται στις κυρίες.» Αστειεύτηκε ο νεαρός μουσικός και η Ερατώ γέλασε, δίνοντας ένα τρυφερό φιλί στο μάγουλο του, γνωρίζοντας πως ο Λευτέρης δεν το εννοούσε, καθώς κάθε άλλο παρά βίαιος άνθρωπος δεν ήταν.
Τότε σκέφτηκε, γιατί να μην της το πει τώρα; Σίγουρα η ώρα ήταν περασμένη αλλά κανένας από τους δύο δεν είχε διάθεση για ύπνο ακόμα. Ζύγισε το πως θα της το αναφέρει στο μυαλό του και ύστερα ανασήκωσε την πλάτη του από το στρώμα, ακουμπώντας τη στο ξύλο του προσκέφαλου. Η Ερατώ τον κοίταξε με περιέργεια και έσμιξε τα φρύδια της παρατηρώντας το σοβαρό ύφος του συντρόφου της.
«Συμβαίνει κάτι;» Ρώτησε και στηρίχτηκε στον αγκώνα της ώστε να μπορεί να κοίτα τον Λευτέρη στα μάτια. Ο άντρας κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και μηχανικά απομάκρυνε με τα δάχτυλα του κάποιες σταρένιες τούφες που κάλυπταν το μέτωπο του.
«Άκου Ερατώ.» Επέλεξε να ξεκινήσει με τον τρόπο αυτό, προσφέροντας στην κοπέλα ένα έντονο καρδιοχτύπι, καθώς κατάλαβε πως θα της μιλούσε για κάτι σοβαρό. «Πριν λίγες μέρες, στις 20 του Σεπτέμβρη εγώ και ο Χρήστος μαζί με άλλους δύο νεαρούς, αγωνιστές του ΚΚΕ πήραμε μια παράτολμη απόφαση.» Ξεκίνησε να λέει διστακτικά. Δεν ήταν βέβαιος αν έπρεπε να μιλήσει στην Ερατώ εξαιτίας του ιστορικού της οικογένειας της. Ο πατέρας της γνωστός υπουργός του Μεταξά, πάντα πιστός στις συντηρητικές του ιδεολογίες και τώρα μάλιστα υποστηρικτής των Ναζί, η μάνα της ένα άβουλο πλάσμα που της είχαν κλέψει τη φωνή και η αδερφή της ακουγόταν σε όλους τους κοινωνικούς κύκλους πως τραβιόταν εδώ και μήνες με έναν Αξιωματικό της Βέρμαχτ αναίσχυντα. Το μαύρο πρόβατο ήταν η Ερατώ που αν την τοποθετούσε κάποιος πολιτικά σε σύγκριση με τον πατέρα της θεωρούταν αναρχική αν και ποτέ δεν είχε γραφτεί σε κάποιο κόμμα και σπάνια μιλούσε για πολιτική, μόνο όταν ήταν το θέμα συζήτησης της παρέας και εκεί οι απόψεις της πλησίαζαν πιο πολύ την αριστερή ιδεολογία. Ο Λευτέρης δεν ήθελε με τίποτα η προσπάθεια τους να ναυαγήσει, ήταν από τις λίγες φορές που ήθελε να αναδειχθεί ως αγωνιστής, μιας και δεν είχε πολεμήσει τους Ιταλούς στη Πίνδο εξαιτίας της φριχτής πνευμονίας που έπαθε εκείνον τον χειμώνα κρατώντας τον καθηλωμένο στην Αθήνα. Ένα μοιραίο λάθος και η πνευμονία μπορούσε να μετατραπεί και σε φυματίωση που μάστιζε εκείνη την εποχή και δεν έκανε διακρίσεις στο αν ήσουν νέος ή ηλικιωμένος.
Ο Λευτέρης είχε πεισμώσει να μην το πει στην Ερατώ μα δε μπορούσε να της κρύψει πλέον τίποτα, όλο και κάτι θα καταλάβαινε και η ίδια αν εκείνος φερόταν αλλόκοτα και εξαφανιζόταν σχεδόν κάθε χάραμα.
«Δηλαδή;» Ρώτησε η κοπέλα, δίχως να δείχνει έκπληκτη μιας και είχε συνηθίσει τις παράτολμες πράξεις του Λευτέρη και των αριστερών φίλων του όσα χρόνια τον γνώριζε. Ο άντρας πήρε μια βαθιά ανάσα και αποφάσισε να συνεχίσει αφού ήδη είχε αρχίσει να της μιλά για την νέα οργάνωση. Ήξερε πολύ καλά εξάλλου πως η Ερατώ θα τον στήριζε σε αυτή του την απόφαση και δεν θα μιλούσε πουθενά, ίσα- ίσα θα πρόσφερε και τη βοήθεια της.
«Πλέον ο κίνδυνος είναι μεγάλος και πρόκειται να γίνουν και χειρότερα τα πράγματα.» Έκανε μια εισαγωγή ο Λευτέρης και κράτησε το βλέμμα του σταθερό στον απέναντι τοίχο. «Χθες βράδυ, καθώς επέστρεφα σπίτι από το θέατρο είδα ένα σώμα στο δρόμο, σα σκελετός μου φάνηκε σαν αυτούς που είχαμε στο σχολείο για το μάθημα της Ανατομίας. Όμως δεν ήταν αυτό, τουλάχιστον δεν ήταν ακριβώς αυτό.» Είπε και πήρε μια ασταθή ανάσα καθώς αναδεύτηκε στη θέση του, δίχως ακόμα να κοιτά την Ερατώ. «Το πετσί είχε τσιτωθεί επάνω στα κόκαλα και δεν κατάλαβα αν πρόκειται για άντρα ή γυναίκα. Γυναίκα μου φάνηκε. Ήθελα να αποτραβηχτώ από το μακάβριο θέαμα αλλά τα πόδια μου ήταν προσκολλημένα στο δρόμο, λες και το υποσυνείδητο μου έλεγε να κάτσω εκεί μέχρι να περάσει το καρότσι του δήμου, λες και μου ούρλιαζε πως αν ξανά δω μια τέτοια εικόνα φταίχτης θα 'μαι εγώ.» Έκανε μια παύση και γύρισε να κοιτάξει την ζωντανή κοπέλα δίπλα του για να αποδιώξει την εικόνα της νεκρής από τη μνήμη του, μα εκείνη θα έμενε χαραγμένη εκεί μέχρι κι εκείνος να κλείσει μια και καλή τα μάτια του. Η Ερατώ τον κοιτούσε συγκλονισμένη. Τόσος πόνος, τόση καταστροφή και παρ' όλα αυτά υπήρχαν άτομα που δεν τα είχε επηρεάσει καν η Κατοχή και επωφελούνταν μάλιστα από αυτή.
Θυμήθηκε ένα απόφθεγμα που είχε διαβάσει σε ένα βιβλίο, πως ο πόλεμος κάνει τους φτωχούς φτωχότερους και τους πλούσιους πλουσιότερους και φαινόταν πως δεν απείχε από την πραγματικότητα. Τρανό παράδειγμα φυσικά αποτελούσε και η δική της οικογένεια που φέρονταν όλοι λες και η ζωή τους συνέχιζε όπως πριν, λες και για εκείνους δεν είχαν μπει οι κατακτητές στην χώρα.
«Θεέ μου...» Ψέλλισε η κοπέλα, νιώθοντας να ανατριχιάζει μόλις δημιούργησε την εικόνα στο μυαλό της. Ήθελε να δώσει όλα της τα πλούτη σε ανθρώπους που τα είχαν πραγματικά ανάγκη που ποτέ δε γνώρισαν την καλοπέραση και την χλιδάτη ζωή μέσα στην οποία είχε μεγαλώσει εκείνη. Τι σημασία είχαν εξάλλου τα χρήματα όταν κάθε ανθρώπινη ζωή βρισκόταν στο έλεος του θανάτου; Όχι μόνο τώρα, που η χώρα περνούσε κρίση, αλλά σε κάθε περίσταση. Αυτό ταλάνιζε πάντα το μυαλό της Ερατούς από μικρό κορίτσι και ρωτούσε την μαμά της, γιατί να υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί; Όλοι άνθρωποι δεν είμαστε; Την πολυπόθητη απάντηση την έλαβε μόλις μεγάλωσε αρκετά για να μπορέσει να καταλάβει τον κόσμο στον οποίο ζούσε και τον βρήκε άδικο. Από τα εφηβικά της χρόνια λοιπόν, είχε πάρει όρκο πως θα τον άλλαζε.
«Ερατώ αυτό που θα σου πω θα μείνει μεταξύ μας. Θέλω να μου το ορκιστείς στη ζωή μου.» Είπε ο Λευτέρης, τραβώντας την προσοχή της κοπέλας με τη χρήση της τελευταίας πρότασης.
«Θα τρελάθηκες μου φαίνεται...» Είπε ενοχλημένη από τη έλλειψη εμπιστοσύνης που της έδειχνε πρώτη φορά ο Λευτέρης. «Πάντα μεταξύ μας μένουν όσα μου λες και αυτό πρέπει να το έχεις μάθει πολύ καλά. Αλλιώς δε θα βρίσκουν εδώ τώρα κι ούτε εγώ μαζί σου.» Συνέχισε η κοπέλα σθεναρά. Πράγματι θα προτιμούσε να κάνει την καρδιά της πέτρα και να μην είναι με τον Λευτέρη αν δε μπορούσε να κρατήσει τα μυστικά του. Προτιμούσε να πληγώσει τον εαυτό της πάρα να προδώσει τον αγαπημένο της. Ο Λευτέρης σαν να συνήλθε από τις προηγούμενες αμφιβολίες του. Όπως ήταν φυσικό ήταν προσεχτικός ακόμα και με την Ερατώ για το τόσο λεπτό ζήτημα αυτό.
«Συγχώρεσε με, απλώς...» Άφησε τη φράση του μετέωρη. Αν τη συνέχιζε σίγουρα θα πρόσβαλε την οικογένεια της και μπορεί η Ερατώ να μην είχε καλές σχέσεις μαζί τους, μα παρέμεναν το αίμα της και η ίδια το ήξερε αυτό. Αποφάσισε να συνεχίσει από εκεί που είχε αφήσει το θέμα πριν. Έγειρε τον κορμό του πιο κοντά στο δικό της λες και κινδύνευε να τους ακούσει κάποιος. «Με τις χάρες του κόμματος δημιουργήθηκε μια οργάνωση. Ιδρυτικά μέλη είμαστε εμείς οι πέντε. Η οργάνωση αυτή ονομάζεται Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο.» Έκανε μια εισαγωγή η Λευτέρης, ο οποίος μιλούσε ψιθυριστά, τόσο πολύ φοβόταν ακόμα και στην γκαρσονιέρα του και είχε και δίκιο. Η Ερατώ κατάλαβε από το όνομα και μόνο τους λόγους ίδρυσης της οργάνωσης και δε χρειάστηκε να ρωτήσει τον Λευτέρη περί τίνος πρόκειται. Μόνο ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της, ένα χαμόγελο αισιοδοξίας. Ήθελε να πείσει τον Λευτέρη να γραφτεί και η ίδια ώστε να μπορεί κι εκείνη να βοηθά τους πονεμένους συνανθρώπους και την πατρίδα, την φτιαγμένη πια από δάκρια. «Πολλά νέα παιδιά Ερατώ θα θελήσουν να συμμετάσχουν. Παιδιά που πολέμησαν για τα αγαπημένα πρόσωπα τους και παιδιά που έμειναν πίσω όπως εγώ. Αυτή τη φορά δε θα μείνω με σταυρωμένα τα χέρια.» Είπε ο Λευτέρης πατριωτικά και η Ερατώ θαύμασε το θάρρος και τη δύναμη ψυχής που είχε μέσα του, που πια δε λογάριαζε μήτε την καριέρα του, παρασύροντας κι εκείνη στο δικό του επαναστατικό παλμό.
«Θέλω κι εγώ να γίνω μέλος Λευτέρη.» Μίλησε η κοπέλα με σιγουριά και τη φωνή της ραγισμένη από τη συγκίνηση. Δε συλλογίστηκε πως ο κίνδυνος για εκείνη ήταν διπλός, μιας και ζούσε σε μια οικογένεια φιλικά διακείμενη προς τους κατακτητές. Όμως ήξερε πως δεν θα ήταν μόνη, θα είχε τη βοήθεια του Λευτέρη ακόμα και της μητέρας της που καταλάβαινε από το βλέμμα της, το οποίο έλεγε πολλά περισσότερα από τα ίδια της τα χείλη, πως ένιωθε ντροπιασμένη που ο άντρας της έβαζε μέσα στο σπίτι τους αυτά τα άκαρδα τέρατα. Και εκτός αυτού, θα ήταν και επισήμως η πρώτη γυναίκα επαναστάτρια του ΕΑΜ, θα ήταν σαν τις γυναίκες της Ελληνικής Επανάστασης που τόσο θαύμαζε, μια σύγχρονη Μαντώ Μαυρογένους.
Ο Λευτέρης συνοφρυώθηκε και άπλωσε το χέρι του για μα χαϊδέψει το μάγουλο της. Πλέον για εκείνον ήταν η ζωή του ολόκληρη αυτή η οργάνωση και δεν ήθελε να πάρει στον λαιμό του και την Ερατώ του. Δεν τον ένοιαζε αν εκείνος πέθανε, μα θα του ήταν αβάσταχτο να χάσει από δίπλα του το ίδιο του το οξυγόνο.
«Όχι καλή μου. Το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να βοηθάς, αλλά υπογείως. Θα μιλήσω στα παιδιά.» Είπε ο Λευτέρης με λογική και η Ερατώ δε χρειάστηκε καν να ρωτήσει τον λόγο. Σήκωσε τον κορμό της και το σεντόνι γλίστρησε από το φτιαγμένο σαν από φίνο μάρμαρο σώμα της και τύλιξε τα χέρια τη γύρω από τους ώμους του Λευτέρη γέρνοντας σε ένα τρυφερό φιλί.
«Σίγουρα μπορώ να βοηθήσω. Η Κλειώ περνάει σχεδόν όλη της την μέρα με δ'αυτους. Σίγουρα θα της ξεφύγει κάτι καθώς θα μου λέει γι' αυτόν.» Πρόσθεσε η Ερατώ με ένα πλατύ χαμόγελο, το οποίο χαράχτηκε και στα χείλη του Λευτέρη. Αρκεί να έμενε μακριά από τον Αξιωματικό, σκέφτηκε και χάιδεψε με ολόκληρη τη παλάμη του τη πλάτη της κατά μήκος. Όμως ήδη η Ερατώ, πολύ πριν το σκεφτεί ο Λευτέρης είχε σκοπό να δημιουργήσει στον Αξιωματικό την ψευδαίσθηση πως νοιαζόταν για εκείνον και πως επιθυμούσε τη συντροφιά του, αρκεί να μην παρεξηγούσε τις προθέσεις της.
Αυτά σκεφτόταν καθώς προχωρούσε κάτω από τον φθινοπωρινό ήλιο που σκορπούσε τα ροδαλά του χρώματα στον ουρανό καθώς βρισκόταν στη δύση του. Αυτό που πήγαινε να κάνει δεν το είχε πει στον Λευτέρη κι εν μέρει ένιωθε μια σουβλιά ενοχής που πήγαινε να πράξει κάτι τόσο ριψοκίνδυνο δίχως να το έχει συζητήσει μαζί του πρώτα.
Χθες ήταν η τελευταία παράσταση της Αντιγόνης. Άρα η τελευταία μέρα που θα έβλεπε τον Αξιωματικό. Ή τουλάχιστον έτσι πίστευε εκείνη. Η σκηνή όμως παρέμενε ανοιχτή για τις πρόβες της Ηλέκτρας, που η ίδια είχε αναλάβει να ενσαρκώσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο ξανά. Και τη στιγμή εκείνη ένιωθε σαν το χαρακτήρα της, όταν η Ηλέκτρα βλέπει την ίδια της τη μητέρα να δολοφονείται από το αγαπημένο χέρι του αδερφού της του Ορέστη.
Πέρασε με αυτοπεποίθηση τη πόρτα του κτηρίου Τσίλλερ και χαιρέτησε με ένα αόριστο νεύμα έναν συνεργάτη της που έκανε το τσιγάρο του στη πόρτα κι εκείνος θαύμασε την καμαρωτή περπατησιά της και τα πόδια της, όσο επέτρεπε η φούστα του φορέματος της να φανούν. Επρόκειτο για τον Κωνσταντίνο Γρηγοριάδη, τον γοητευτικό ζεν πρεμιέ που μάγευε κάθε θηλυκό στο πέρασμα του. Όμως εκείνος από τη στιγμή που η Ερατώ δεν του είχε χαρίσει την απαιτούμενη -πλέον συνηθισμένη προσοχή, έθεσε ως νέο του στόχο να την κάνει να τον παρακαλά γονατιστή να γίνει δική του. Δεν συνήθιζαν τα θηλυκά να τον αγνοούν μα και αυτά που το έκαναν ύστερα το μετάνιωναν ικτρά.
Φυσικά η πρωταγωνίστρια μας εκείνη τη στιγμή ούτε που είχε καταλάβει τις προθέσεις του Κωνσταντίνου. Ήταν προσηλωμένη στον στόχο της και σκεφτόταν που μπορούσε να βρει τον Βόλφ Στράους, εξόν του γραφείου του αν και εκείνος σίγουρα δεν θα περίμενε να αρχίσει η νέα της παράσταση για να την αναζητήσει μιας και γνώριζε πολύ καλά που έμενε. Η Ερατώ όμως βιαζόταν πολύ, μέρα δεν ήθελε να αφήσει να πάει χαμένη πια από τη στιγμή που της μίλησε ο Λευτέρης και της είχε τρυπώσει αυτή η ιδέα στον νου.
Πριν την πρόβα, αποφάσισε να περάσει από το καμαρίνι της ώστε να αλλάξει σε κάτι πιο βολικό και κυρίως να καθαρίσει το μυαλό της. Ένας ήταν ο κανόνας της, ο πιο σημαντικούς μέσα σε πολλούς: Επάνω στη σκηνή δεν σκεφτόμαστε τίποτα.
YOU ARE READING
Διπλός Πειρασμός
Historical FictionΔύο αδερφές αγαπημένες, η Ερατώ και η Κλειώ, με μοναδικό τους κοινό την αγάπη τους για το θέατρο θα ζήσουν μια από τις πιο αιματοβαμμένες εποχές της Ελληνικής ιστορίας. Η Ερατώ πάντοτε ενάντια στην ιδεολογία του πατέρα της γίνεται αγωνίστρια του ΕΑ...
