Οι ουρανοί είχαν ανοίξει και αυτό ήταν ολοφάνερο από μια δυνατή βροντή που έσκισε την ησυχία της νύχτας. Κανένας δεν περίμενε πως αυτή η όμορφη ηλιόλουστη μέρα του Σεπτέμβρη θα εξελισσόταν σε μια τόσο άγρια καταιγίδα. Όμως ο Σεπτέμβρης επιφύλασσε πάντα εκπλήξεις όπως και νέα ξεκινήματα. Το φετινό όμως ξεκίνημα ήταν μια φριχτή συνέχεια της πρώτης πικρής γεύσης που είχαν λάβει οι Έλληνες τον πρώτο χρόνο της Κατοχής. Κανένας δεν ήξερε πως τους περίμεναν τα χειρότερα τα επόμενα τρία χρόνια όσο κι αν προσεύχονταν να τελειώσει σύντομα το βάσανό τους. Η Ερατώ καθόταν στο μπουντουάρ της και χτένιζε τα πυκνά καστανά κύματα των μαλλιών της, παρατηρώντας τη βροχή που χτυπούσε το παράθυρο του δωματίου της. Τελευταία στιγμή είχε προλάβει να φτάσει σπίτι της πριν ξεσπάσει η άγρια βροχή και άμα είχε ενέργεια θα καθόταν ξύπνια για ώρες ακόμα, θα έπινε ένα ζεστό τσάι με μέλι, θα έβαζε μια πλάκα στο γραμμόφωνο και θα καθόταν στο κρεβάτι της καπνίζοντας, να χαζέψει τη βροχή μέχρι να την πάρει ο ύπνος. Όμως ήταν κατάκοπη. Τα πόδια και το κορμί της πονούσαν από την ορθοστασία και την πολύωρη πρόβα, μα η κούραση αυτή ήταν γλυκιά, καθώς η μέρα της ήταν όμορφη και γεμάτη εκπλήξεις.
Η συνάντηση με τον Βολφ είχε εξελιχθεί καλά αν και θεώρησε αρκετά δύσκολο να κερδίσει την εμπιστοσύνη του. Ήταν κλειστός και μυστήριος χαρακτήρας, δε φανέρωνε εύκολα τα συναισθήματα και τις επιθυμίες του, συμπεριφορά που η ηθοποιός εκτιμούσε στους ανθρώπους. Αλήθεια είναι πως η Ερατώ καθώς περπατούσε προς το θέατρο μιας και ο Αξιωματικός την είχε αφήσει μερικά στενά πιο κάτω, ένιωσε πως θα τον πρόδιδε σε περίπτωση που της ανοιγόταν σε βαθμό μεγαλύτερο απ' ότι τώρα. Μάλιστα η Ερατώ εκείνη τη στιγμή θέλησε ο, τι κι αν της πει να το κρατήσει βαθιά κλειδωμένο μέσα της, να προστατεύσει τα μυστικά του σαν κάποιον πολύτιμο λίθο στο χρυσορυχείο της καρδιάς της. Της είχε φανεί τόσο ανθρώπινος και ευάλωτος στη συζήτηση τους, ρομαντικός και θλιμμένος, είχε και εκείνος περάσει διάφορα βάσανα της φάνηκε, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, ουδεμία σχέση με την εικόνα που είχε πλάσει στο μυαλό της γι' αυτόν. Μετά την πρόβα όμως θεώρησε τον εαυτό της παράλογο και αδύναμο που σκέφτηκε έτσι. Θα μπορούσε να μη πληγώσει εκείνον και απλώς να παραδώσει τη πληροφορία που θα της έδινε. Έπρεπε απλώς να τον πιάσει σε εξομολογητική διάθεση πριν ο Βολφ παρεξηγήσει τις προθέσεις της.
Ξεφύσησε απαλά κι νιώθοντας τα βλέφαρα της βαριά, σηκώθηκε από τη καρέκλα με μια τελευταία σύντομη ματιά στον καθρέφτη. Τα μάτια της έλαμπαν πάρα τη κούραση της ημέρας και η επιδερμίδα της είχε αποκτήσει μια απαλή χρυσαφένια όψη στα μέρη που την είχε αγγίξει ο ήλιος το πρωί. Χαμογέλασε στο εντυπωσιακό είδωλο της και ξεκίνησε να λύνει τη ζώνη της σατέν, μπλε μαρέν ρόμπας της. Το αποψινό βράδυ ο Λευτέρης δεν θα ερχόταν. Εκτός του ο, τι έβρεχε μανιωδώς, είχε πλέον και άλλα θέματα να τακτοποιήσει, αντάρτικα όπως τα έλεγε. Θα τον έβλεπε όμως αύριο το πρωί και θα περνούσαν όλη την υπόλοιπη μέρα μαζί, μιας και της φυλούσε μια έκπληξη για το βράδυ όπως είχε πει. Τότε θα του μιλούσε και θα του έλεγε τα πάντα. Ήλπιζε μόνο μην ερχόταν ο Αξιωματικός στο θέατρο και έπεφταν μούρη με μούρη με τον Λευτέρη πριν προφτάσει να του μιλήσει. Κάτι τέτοιο σίγουρα δεν έπρεπε να συμβεί, οπότε σημείωσε νοητά στο μυαλό της να φύγει λίγο νωρίτερα από την πρόβα για να βρεθεί με τον Λευτέρη στα μισά της διαδρομής ώστε να μην την βρει και ο Βολφ άμα πάει στο θέατρο.
Ευχαριστημένη με το νέο της σχέδιο, έκανε να κατεβάσει από τους ώμους της το ελαφρύ ένδυμα, μα ξάφνου η ησυχία του σπιτιού διαταράχτηκε από άγρια ποδοβολητά στη ξύλινη σκάλα και μερικούς δυνατούς λυγμούς που την έκαναν να σταθεί αλαφιασμένη κοντά στο στρώμα της, προσπαθώντας να ακούσει κάποιον ήχο παραπάνω. Σίγουρα επρόκειτο για την αδερφή της η οποία ήταν σε κακή ψυχολογική κατάσταση και σχεδόν μάντεψε από που γυρνούσε τέτοια ώρα.
«Δεσποινίς Κλειώ... Μα είστε μούσκεμα!» Άκουσε την φωνή της Ελένης που ως απάντηση δέχτηκε ένα δυνατό κλείσιμο της πόρτας. Η Ερατώ ένιωσε αμέσως πως η αντίδραση της αδερφής της ήταν παράταιρη με τον ευγενικό χαρακτήρα της. Με μια βαθιά ανάσα και ένα παραπονεμένο βλέμμα που δεν θα έπεφτε στο κρεβάτι της σύντομα, έδεσε ξανά τη ζώνη της ρόμπας της και κινήθηκε προς την πόρτα.
Βγήκε στον διάδρομο όπου ακόμη εκεί στεκόταν άναυδη η Ελένη κοιτώντας αναποφάσιστη την κλειστή πόρτα και την πλησίασε αργά.
«Τι συνέβη;» Ρώτησε η κοπέλα με μια γραμμή ανησυχίας χαραγμένη ανάμεσα στα φρύδια της και η υπηρέτρια γύρισε να την κοιτάξει. Φαινόταν κουρασμένη και σίγουρα κακόκεφη, μα η Ερατώ το απέδωσε στο φορτωμένο της πρόγραμμα.
«Η δεσποινίς Κλειώ μόλις γύρισε και είναι μούσκεμα από τη βροχή. Δε κατάφερα να της πάρω λέξη, ήταν πολύ αναστατωμένη.» Εξήγησε η Ελένη στην Ερατώ και η ανησυχία φούντωσε μέσα της. Η σκέψη της αμέσως έτρεξε στον Γερμανό Αξιωματικό τον οποίο συναναστρεφόταν η Κλειώ και στο πως κάτι είχε κάνει εκείνος στη μικρότερη αδερφή της. Η ψυχολογία της Κλειούς ήταν πολύ ευαίσθητη και η παραμικρή απόπειρα ύψωσης της φωνής ή παρατήρησης θα την έκανε σίγουρα να πληγωθεί και αυτά τα τέρατα διακρίνονταν για τον αυταρχικό και σκληροτράχηλο χαρακτήρα τους. Εκτός από τον Βόλφ.
Μόλις αυτή η μικρή σκέψη τρύπωσε στο μυαλό της αυθόρμητα, άνοιξε διάπλατα τα μάτια της και κούνησε απαλά το κεφάλι της. Πως της είχε έρθει τώρα ξανά αυτός στο μυαλό και μάλιστα τη στιγμή που η αδερφή της χρειαζόταν στήριξη;
«Θα τη φροντίσω εγώ. Πήγαινε καλή μου να ξεκουραστείς. Θα σε ζητούν τα παιδάκια σου. Και πες στον Αποστόλη πως δίνω διαταγή να σε πάει με το αμάξι σπίτι, βρέχει καρέκλες.» Είπε η κοπέλα, σφίγγοντας φιλικά τον ώμο της Ελένης, η οποία την κοιτούσε με δυσπιστία. Ζήτημα να είχε μπει μια φορά στο αμάξι των κυριών της, όταν η Μαρία χρειαζόταν βοήθεια με τα ψώνια της τότε που την είχαν πρωτοπροσλαύει και η αίσθηση της είχε φανεί αρκετά παράξενη μα ενθουσιώδη. Έμοιαζε με το τραμ, μα δεν υπήρχαν αδιάκριτα βλέμματα τριγύρω ή ο κίνδυνος να της βάλει κάποιος χέρι. Καθόταν κι εκείνη όπως η κυρία της στα δερμάτινα καθίσματα, ήταν κι εκείνη μια κυρία για λίγα λεπτά!
«Με την κούρσα;» Ρώτησε δειλά και η Ερατώ χαμογέλασε συνεσταλμένα. Αφού το είχαν το αμάξι και η Ελένη έμενε στο συνοικισμό της Νέας Σμύρνης και την ώρα εκείνη δεν είχε τραμ, γιατί να μην το εκμεταλλευόντουσαν; Εξάλλου ο Αποστόλης, ο νεαρός σοφέρ, το πιο πιθανό να πήγαινε σε κάποια από τις πολλές αγαπητικιές του να περάσει τη νύχτα μιας και δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει εκείνο το βροχερό βράδυ. «Σας... Σε ευχαριστώ πολύ! Να σε έχει ο Θεός καλά!» Έκανε η φτωχή κοπέλα λες και η Ερατώ της χάριζε εκείνη τη στιγμή τον ουρανό με τ' άστρα. Είχε δεχτεί τον εξευτελισμό της το πρωί από τον κύριο του σπιτιού και αυτό ήταν βάλσαμο στην καρδιά της. Όσο ζούσε με εκείνη την οικογένεια μπορούσε να καταλάβει πως η Ερατώ διέφερε απ' όλους τους, όπως και η Κλειώ, η οποία είχε ψυχή καλόκαρδη και αγνή παρ' όλη την έπαρση που της επέτρεψε να αποκτήσει η πλούσια ανατροφή της. Θα μπορούσε να μιλήσει σε μια από τις δύο, να τους πει την αλήθεια για την καταγωγή της. Μα η αλήθεια ήταν πως φοβόταν πολύ πως είτε θα είχαν την ίδια αντίδραση με τον πατέρα της και θα την πέταγαν μια και καλή από το σπίτι είτε ο Περικλής θα ανακάλυπτε πως είχε μιλήσει και θα την έδινε στους Γερμανούς. Έτσι προτίμησε να προσαρμοστεί στη παρούσα κατάσταση κι ας πονούσε κάθε φορά που ο Περικλής άγγιζε το κορμί της.
Αφού ευχαρίστησε για μιαν ακόμη φορά την Ερατώ και την καληνύχτισε, κατέβηκε σιγανά τη σκάλα για να μην κάνει φασαρία και κινήθηκε προς την πόρτα με ένα βάρος στην ψυχή της.
Μόλις άκουσε την εξώπορτα να κλείνει, η Ερατώ δεν έχασε χρόνο. Χτύπησε δύο φορές την πόρτα του δωματίου της Κλειούς μα δεν πήρε απάντηση. Μόνο που στάθηκε λίγο σιωπηλά απ' έξω μπας και αφουγκραστεί κάποιον ήχο. Και πράγματι, ένας μπουκωμένος λυγμός ακούστηκε από την αδερφή της. Άγγιξε το πόμολο και το γύρισε αργά για μην την αναστατώσει παραπάνω. Στάθηκε στο κατώφλι και καθώς άνοιξε η πόρτα, το σκοτάδι του χώρου διαλύθηκε από το φως που εισχώρησε από το διάδρομο. Έτσι κατάφερε και είδε την Κλειώ ριγμένη στο κρεβάτι της, έχοντας αγκαλιάσει το μαξιλάρι της, με τα γόνατα κοντά στο στήθος της, βρεγμένη ως το κόκκαλο, να κλαίει άγρια, παλεύοντας να αναπνεύσει. Φορούσε ακόμη τα εξίσου βρεγμένα ρούχα της και μόνο τα παπούτσια της ήταν πεταμένα στο πάτωμα.
Αμέσως της δημιουργήθηκε η παρόρμηση να τρέξει να την αγκαλιάσει, όμως φοβήθηκε μήπως έτσι βρεγμένη που ήταν άρπαζε καμιάν ίωση.
Προχώρησε πιο βαθιά στο εσωτερικό του δωματίου και έκλεισε ξανά την πόρτα πίσω της ώστε να μην καταλάβει κανένας την αναστάτωση. Πρώτα, με μερικά σπίρτα άναψε τη λάμπα πλάι στο κομοδίνο της αδερφής της και τότε η μικρότερη κοπέλα σήκωσε το γαλανό της βλέμμα για να την κοιτάξει. Πόνεσε η καρδιά της έτσι που τα όμορφα ματάκια της είχαν κοκκινίσει και τα μάγουλα της είχαν πρηστεί από το κλάμα. Η Κλειώ δε μίλησε μόνο παρακάλεσε την Ερατώ με τα μάτια να μην τις βάλει τις φωνές κι προσπάθησε να πνίξει το κλάμα της λες και δεν είχε προδοθεί ήδη.
Μόλις παρατήρησε καλύτερα το τρυφερό της πρόσωπο, η Ερατώ άνοιξε διάπλατα τα μάτια και οργή την πλημμύρισε. Στο δεξί της μάγουλο διέκρινε ένα κατακόκκινο σημάδι, φρέσκο ακόμα, σαν χτύπημα από βαρύ χέρι.
«Θεέ μου, τι συνέβη;» Ξέφυγε από τα χείλη της και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού για να ελέγξει το τραύμα. Όμως δεν πρόλαβε. Η μικρότερη αδερφή της τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λεπτό της κορμό και ρίχτηκε στον ώμο της συνεχίζοντας να κλαίει, βρέχοντας την ρόμπα της. Η Ερατώ με ένα βλέμμα απορίας έσφιξε την Κλειώ στην αγκαλιά της και μάζεψε τα βρεγμένα της μαλλιά χαϊδεύοντας τα προσπαθώντας να την παρηγορήσει. Για να είχε τρέξει η Κλειώ όλο αυτό το δρόμο μέσα στη βροχή ολομόναχη, σήμαινε πως κάτι φριχτό είχε γίνει, που την είχε ταράξει ανεπανόρθωτα και σίγουρα ευθυνόταν αυτός ο άθλιος Γερμανός τον οποίον έβλεπε.
Ίσως οι σχέσεις τους είχαν ψυχρανθεί τους τελευταίους μήνες, αλλά συνέχιζε να τους δένει το ίδιο αίμα και η αδερφική, βαθιά αγάπη που έτρεφαν η μία για την άλλην που ήταν άνευ όρων.
Όταν το κλάμα της κόπασε κάπως, η Ερατώ θέλησε να σηκωθεί για να της φέρει μια πετσέτα και καθαρά ρούχα, μα η Κλειώ με το ζόρι την άφησε από την αγκαλιά της.
«Θα κρυώσεις αν κάτσεις λίγο ακόμα έτσι.» Την προειδοποίησε τρυφερά η Ερατώ και γλίστρησε ανάμεσα από τα χέρια της. Τη βοήθησε να βγάλει τη ζακέτα της και ξεκούμπωσε την πλάτη του ροζ οπάλ φουστανιού της και το αφαίρεσε με προσοχή. Όλη αυτή η διαδικασία της έφερε στο νου αναμνήσεις από όταν ήταν μικρές και δοκίμαζαν τα φουστάνια της μάνας τους στα κρυφά, θαυμάζοντας τα χρώματα και τα σχέδια τους, περιμένοντας τον καιρό που και εκείνες θα φορούσαν παρόμοια ενδύματα. Που να ήξεραν τότε πως αυτά τα φορέματα κάλυπταν ένα σώμα γεμάτο πόνο.
Μόλις η Κλειώ έμεινε με το μεσοφόρι της άρχισε να τρέμει ακόμα περισσότερο και η Ερατώ της έδωσε τη μεταξωτή της ρόμπα για να καλυφθεί. Ύστερα, αφού έκανε ένα κουβάρι τα βρεγμένα ρούχα της αδερφής της και τα άφησε στο πάτωμα, πήρε την προηγούμενη της θέση και παρατήρησε το χαμένο βλέμμα της αδερφής της. Φαινόταν σκεφτική, σαν να μην βρισκόταν στο δωμάτιο μαζί της, μα σαν να ταξίδευε σε ένα άλλο μέρος γεμάτο σκοτάδι. Για να την επαναφέρει στη πραγματικότητα, κάλυψε το παγωμένο χέρι της με το ζεστό δικό της, με τη σταρένια της επιδερμίδα να έρχεται σε ομοιόμορφη αντίθεση με τη λευκή της Κλειούς.
«Ευχαριστώ.» Ψιθύρισε με την εύθραυστη φωνή της Κλειώ προσπαθώντας να ρίξει τα μαλλιά μπροστά στο πρόσωπο της ώστε να κρύψει το σημάδι, μα ήταν ήδη αργά.
«Ποιος σε χτύπησε;» Ρώτησε η Ερατώ τρυφερά, τόσο που στην Κλειώ ήρθε να βάλει ξανά τα κλάματα. Στο νου της έφερε ξανά το άγριο σκηνικό, έναν Χιούγκο εκτός εαυτού, να πετάει το σχεδόν άδειο μπουκάλι με το αλκόολ στο πάτωμα, τα βλάσφημα λόγια του που έκαναν την καρδιά της να ματώνει και τέλος, το δυνατό χαστούκι που ακόμη έτσουζε στο μάγουλο της. Είχε φοβηθεί, πως θα της έκανε χειρότερα πράγματα, μα κυρίως είχε πληγωθεί γιατί δεν περίμενε τέτοια αντιμετώπιση από ένα άτομο που έλεγε πως την αγαπούσε, γι' αυτό το έβαλε στα πόδια. Έτρεχε στους άδειους δρόμους της Αθήνας δίχως να βλέπει μπροστά της, ήθελε να τρέξει, να τρέξει όσο πιο μακριά του γινόταν, να πάει σπίτι της, να κλάψει επάνω στο μαξιλάρι της. Ευτυχώς βρήκε ξύπνια την Ερατώ, που πάντα με την βελούδινη φωνή της και τις σφιχτές αγκαλιές ήξερε πως να την συνεφέρει. Όμως αυτή τη φορά πονούσε ακόμη και αναρωτιόταν σαν παιδί, έτσι είναι ο έρως; Αυτό εξυμνούν όλοι οι καλλιτέχνες στα ποιήματα και στα θεατρικά έργα τους; Αυτό το βίαιο πράγμα έμοιαζε πιότερο με πόλεμο πάρα με κάτι όμορφο. Ή τουλάχιστον έτσι τον είχε χαρακτηρίσει η Κλειώ στο αθώο μυαλό της. Δεν ήξερε πως όποιος αγαπά βιώνει άπλετη χαρά, αλλά και ασύγκριτο πόνο.
Κοίταξε για μια ακόμα φορά την αδερφή της. Και εκείνη είχε ερωτευτεί. Μα ποτέ δεν την είχε δει σε όσο άσχημη κατάσταση βρισκόταν εκείνη σήμερα, αντιθέτως ήταν όλο χαμόγελα και τραγούδια κάθε φορά που γυρνούσε από κάποια συνάντηση με τον Λευτέρη. Μήπως εκείνη ήταν ερωτευμένη και ο Χιούγκο απλώς την έβλεπε σαν κάποιο αντικείμενο που ήθελε να κατακτήσει; Ρούφηξε τη μύτη της και με την αναστροφή της παλάμης της σκούπισε τα δακρυσμένα της μάγουλα.
«Δεν με χτύπησαν. Εγώ... Έπεσα.» Είπε ψέματα και αμέσως κατέβασε το βλέμμα της στα χέρια της που τα είχε πλέξει νευρικά στην ποδιά της.
«Έπεσα στην πρόβα επάνω σε μια πόρτα... Και χτύπησα στο πόμολο.» Συνέχισε το αγνό της ψέμα και αν η κατάσταση δεν ήταν τόσο σοβαρή η Ερατώ θα χαμογελούσε. Όμως τώρα η Κλειώ κάλυπτε κάποιον που της είχε φερθεί με βία αν και το μυαλό της πήγαινε σε ποιον.
«Άστα αυτά σε εμένα. Γιατί τον καλύπτεις;» Έκανε όσο πιο στοργικά μπορούσε η κοπέλα, συγκρατώντας την οργή της για να μην κλάψει πάλι η Κλειώ. Τα μάτια της βούρκωσαν και δάγκωσε το κάτω χείλος της. Δεν ήθελε να παραδεχτεί πως η αδερφή της είχε δίκιο σε ο, τι έλεγε για τον Χιούγκο πιο πολύ από εγωισμό.
«Γιατί...» Ήθελε να πει κάτι, μα δεν ήξερε ακριβώς τι. Οτιδήποτε κι αν έλεγε αυτή τη στιγμή στην Ερατώ θα φαινόταν πως είχε άδικο και αυτό το απεχθανόταν. Πάντα τη θαύμαζε εξάλλου για τις αποφάσεις της και για το έξυπνο μυαλό της, δεν ήθελε ούτε στιγμή να δείχνει λίγη δίπλα της.
«Ο πατέρας φταίει...» Έκανε η Ερατώ αυθόρμητα. Η Κλειώ ένιωσε να φεύγει ένα βάρος από τους ώμους της που δεν κατηγόρησε εκείνη για την θέση που στην πραγματικότητα η ίδια είχε φέρει τον εαυτό της. «Δεν έπρεπε να σε αφήσει να μπλέξεις με αυτόν.» Είχε κι άλλα να πει μα προτίμησε να τα κρατήσει για τον εαυτό της. Τα λόγια της δεν θα είχαν σημασία για την Κλειώ μιας και υποστήριζε με πάθος χαρτοπαίκτη τις ιδέες του πατέρα της όπως και τον ίδιο.
Η Κλειώ ως απάντηση θα της έδινε πως εκείνη τον επέλεξε και πως τον είχε αγαπήσει, όταν τουλάχιστον πίστευε πως δεν θα κυλούσε ξανά στο πιοτό. Ακόμα και η ίδια δεν μπορούσε να πιστέψει πως αν την ρωτούσαν εκείνη τη στιγμή εκείνη θα παραδέχομαι πως ακόμη τον αγαπούσε. Μα πως ήταν δυνατόν αυτό; Πώς γίνεται να αγαπά κάποιον που τη πληγώνει;
«Ο- όχι εγώ φταίω.» Είπε ηττημένη, τραυλίζοντας ελαφρώς. «Τον αγάπησα πραγματικά και εκείνος μου φέρθηκε σαν την πιο φθηνή... Δε θέλω να το πω! Ζούσα στη ψευδαίσθηση της αγάπης του!» Έκανε ντροπιασμένη για τον τρόπο που μιλούσε, με βλέμμα κατεβασμένο και η Ερατώ την κοίταξε στην αρχή έκπληκτη, μα ύστερα ένα βλέμμα κατανόησης έλαμψε στα μάτια της. Για να λέει η Κλειώ πως αγαπούσε κάποιον αυτό ήταν αλήθεια, πόσο μάλλον έναν άντρα που εκείνη λάτρευε να παίζει μαζί τους, δίνοντας τους ελπίδες και ύστερα γκρεμίζοντας τες. Είχε αγαπήσει τον λάθος άντρα, όμως ποιος μπορεί να πάει κόντρα στους ορισμούς της καρδιάς; Κανείς δε μπορεί να σκεφτεί καθαρά μόλις το χρυσό βέλος του φτερωτού θεού τρυπήσει την καρδιά του. Αυτό η Ερατώ θα το μάθαινε πολύ αργότερα εκ πείρας, μα στη παρούσα φάση από μέσα της έλεγε πως η μικρή της αδερφή δεν θα αργούσε να ξεπεράσει τον Γερμανό Αξιωματικό και θα περνούσε σύντομα στο επόμενο θύμα της. Αυτό που δεν μπορούσε να δεχτεί ήταν πως άπλωσε χέρι επάνω της, τη στιγμή που ούτε ο ίδιος τους ο πατέρας δεν είχε πράξει παρόμοια όταν ήταν μικρή. Αμέσως τα γαλανά της μάτια γέμισαν ξανά δάκρυα και η Ερατώ την τράβηξε στην ασφαλή αγκαλιά της και χάιδεψε τα ακόμη νωπά μαλλιά της.
«Ποτέ μη το ξαναπείς αυτό. Εσύ ποτέ δε φταις για τις βίαιες πράξεις του άλλου και ποτέ δε θα ανέχεσαι τέτοιες συμπεριφορές.» Της ψιθύρισε ενθαρρυντικά. Πράγματι η Ερατώ αν κάποιος τολμούσε να τη χτυπήσει, ακόμα και την κίνηση να κάνει, θα τον εγκατέλειπε δίχως δεύτερες σκέψεις. «Όταν αγαπάς κάποιον, δεν τον πληγώνεις.» Συνέχισε μαλακά η Ερατώ καθώς η αδερφή της συνέχιζε να δακρύζει. Στο μυαλό της τρύπωσε η ιδέα να πάει να κάνει μια επίσκεψη αύριο στη Κομαντατούρ, όχι πως το επιθυμούσε, αλλά εκεί θα μπορούσε να μιλήσει με τον Αξιωματικό και... Τι μπορούσε να κάνει; Να του βάλει τις φωνές σαν να ήταν κάποιο παιδάκι; Είχε μεγαλύτερη εξουσία από εκείνη και με ένα νεύμα του μόνο μπορούσε να βρεθεί φυλακισμένη. Αυτή τη φορά θύμωσε με τον εαυτό της που δε μπορούσε να δράσει. Έπρεπε να σκεφτεί, να έκανε το χατίρι της αδερφής της για να την δει ευτυχισμένη ξανά ή να ακολουθήσει την λογική που διέταζε να συμβουλέψει την Κλειώ να μείνει μακριά του; Σιγά μην την άκουγε.
YOU ARE READING
Διπλός Πειρασμός
Historical FictionΔύο αδερφές αγαπημένες, η Ερατώ και η Κλειώ, με μοναδικό τους κοινό την αγάπη τους για το θέατρο θα ζήσουν μια από τις πιο αιματοβαμμένες εποχές της Ελληνικής ιστορίας. Η Ερατώ πάντοτε ενάντια στην ιδεολογία του πατέρα της γίνεται αγωνίστρια του ΕΑ...
