Κεφάλαιο 06: Δεσμοί φιλίας

384 30 33
                                        


'Στις τέσσερις είναι καλά.'

Αυτή η μικρή, απλού περιεχομένου φράση γύριζε στο μυαλό του Βολφ από το χθεσινό βράδυ, από τη στιγμή που γλίστρησε από τα απαλά της, κόκκινα χείλη που πια είχε πειστεί πως άμα τα φιλούσε θα πέθαινε επί τόπου ή θα πέθαινε αν δεν τα φιλούσε.

Δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτό που τον έλκυε πιο πολύ επάνω της. Σχημάτισε την εικόνα της στο μυαλό του, όχι πως είχε σβήσει ποτέ και από αυτό. Οι καλοσχηματισμένες, σοκολατένιες μπούκλες της που επιθυμούσε να χώσει τα δάχτυλα του μέσα τους, να νιώσει τις τρίχες της να γαργαλούν τον λαιμό του καθώς θα ήταν ξαπλωμένη επάνω στο στέρνο του. Το πανέμορφο πρόσωπο της με τα καστανά, πελώρια μάτια σαν της Παναγίας που είχε δει σε πολλές ορθόδοξες εικόνες και οι πιστοί τα ασπάζονταν με σεβασμό, έτσι ήθελε να φιλήσει κι εκείνος τα δικά της όπως και τα αμαρτωλά της χείλη που ήταν σαν δυο ανθισμένα τριαντάφυλλα, έτοιμα να τον τρυπήσουν με τα λόγια που γίνονταν αγκάθια και τον πλήγωναν. Το ντελικάτο, αδύνατο κορμί της που ήθελε να το σφίξει στα χέρια του, να χαϊδέψει το απαλό σαν σάρκα βερίκοκου δέρμα, μέχρι να κοπεί και στους δύο η ανάσα. Ήθελε να πεθάνει στην αγκαλιά της γιατί αυτός και μόνο αυτός ο θάνατος θα ήταν για εκείνον ευτυχία.
Και πως τον τρέλαινε όσο τον αγνοούσε! Τότε ήταν που ήθελε να την αρπάξει και να της δώσει με τον τρόπο του όλη του τη προσοχή, να της χαρίσει τον κόσμο ολόκληρο απλωμένο στα πόδια της, να υποδύεται όποιον θηλυκό ρόλο επιθυμεί μόνο για εκείνον.

Πάντα είχε επιτυχίες στις γυναίκες, μα ήταν η πρώτη φορά που είχε νιώσει σαν να τον τρυπά πράγματι ο ίδιος ο θεός Έρωτας με τα μικρά μα πανίσχυρα βέλη του, πρώτη φορά έμενε ξάγρυπνος και καταϊδρωμένος τις νύχτες σκεφτόμενος εκείνη, τον τρόπο που κινείται, τον τρόπο που αρθρώνει τις λέξεις και άραγε πως να φιλά; Πως να μοιάζει το γέλιο της; Πως να αγαπά; Καμία γυναίκα δεν τον είχε ξελογιάσει τόσο, δίχως να κάνει τίποτα, μόνο αγνοώντας τον και η αλήθεια ήταν πως είχε πάει με πολλές γυναίκες στη Γερμανία και στη Βιέννη όσο ήταν φοιτητής.
Σίγουρα η δουλειά του και η γυναίκες ήταν η μεγαλύτερες του επιτυχίες. Πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, δίδασκε στο πανεπιστήμιο της Βιέννης Ψυχολογία ενώ ήδη είχε φοιτήσει πλάι στον Φρόιντ. Είχε τελειώσει με άριστα όλα τα μαθήματα του πανεπιστημίου –πράγμα παράξενο γιατί οι περισσότεροι που ήταν στο τμήμα του είτε τα είχαν παρατήσει εξαιτίας του καθηγητή τους είτε ο ίδιος ο Φρόιντ δεν τους θεώρησε άξιους να συνεχίσουν μαζί του. Ο Βολφ όμως ήταν αρκετά εύστροφος και σοβαρός και αυτή του η συμπεριφορά τον έκανε τον νεότερο καθηγητή του πανεπιστημίου.
Όμως ο άνθρωπος που ήταν πριν δέκα χρόνια δεν μπορούσε να συγκριθεί με αυτό που είχε εξελιχθεί σήμερα. Ακόμα και ο ίδιος αναρωτιόταν πως αφού ήξερε να διαβάζει τόσο καλά την ψυχοσύνθεση τόσων ανθρώπων, η δική του είχε ξεφύγει τόσο εύκολα από τον έλεγχο του. Είχε γίνει δολοφόνος και προδότης, ήταν ένας μοναχικός λύκος δίχως οικογένεια και γι' αυτό δεν μπορούσε να κατηγορήσει κανέναν άλλο, παρά μόνο τον εαυτό του. Η καρδιά του είχε πετρώσει ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε μέχρι που αντίκρισε το φεγγοβόλο βλέμμα της Ερατούς και την ένιωθε να λιώνει κάθε φορά που τον κοιτούσε, παρανάλωμα να γίνεται. Τόσην ομορφιά δεν την χωρούσε ο νους του.

Ένα διπλό χτύπημα της πόρτας τον έφερε ξανά στο παρόν και ενοχλημένος που κάποιος τον έβγαζε από την ονειροπόληση του δεν απάντησε. Μα το χτύπημα αυτή τη φορά έγινε πιο επίμονο και μια δυνατή αντρική φωνή ήχησε πίσω από το παχύ ξύλο.

«Wolf, Es ist mir! Öffne!» (1) Αναφώνησε ο άντρας, συνεχίζοντας να χτυπά και το βλέμμα του Αξιωματικού μαλάκωσε μόλις αναγνώρισε τη φωνή.

«Komm.» (2) Είπε μαλακά με ένα μειδίαμα και τότε η πόρτα άνοιξε και από πίσω φάνηκε η ψηλή, λυγερή κορμοστασιά του Χιούγκο Σβάρτς, με την πάντοτε καλοστρωμένη στολή και τις μαύρες γυαλιστερές μπότες. Ο χώρος πλημμύρισε με το αρρενωπό άρωμα του κέδρου, καλύπτοντας ακόμα και τη μυρωδιά του τσιγάρου. Ο Αξιωματικός των SS κοίταξε τον φίλο του με ένα παρόμοιο χαμόγελο και έστρωσε με το χέρι του τα ήδη τακτοποιημένα μαλλιά του στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. Το χαμόγελο του Βολφ μόλις παρατήρησε τη συγκεκριμένη, συνηθισμένη κίνηση έγινε ακόμα πιο πλατύ. Γνώριζε πως ο φίλος του ήθελε ακόμα και τη παραμικρή λεπτομέρεια στην εντέλεια επάνω του.

«Σκόπευες να με αφήσεις να περιμένω πολύ ώρα στο σκοτάδι;» Ρώτησε ενοχλημένος μόλις βολεύτηκε σε μια ξύλινη καρέκλα απέναντι του, ακουμπώντας τη χρυσή ταμπακιέρα του στο γραφείο του φίλου του.
Οι δύο τους γνωρίζονταν από τη νεολαία του Χίτλερ. Στην αρχή η σχέση τους ήταν ανταγωνιστική, όπως κάθε νεαρών αγοριών που βράζει το αίμα τους, μα πίσω από αυτή τη κόντρα πάντα κρυβόταν το παιχνίδι και κάπως έτσι άνθισε μια βαθιά φιλία που πια είχε βγάλει ρίζες. Το μοναδικό άτομο που εμπιστεύονταν ο ξανθός Αξιωματικός ήταν ο Χιούγκο και το αντίστροφο. Μόνο εκείνος ήξερε για το σκοτεινό παρελθόν του και ευχόταν να είχε ακούσει τις συμβουλές του όταν έπρεπε. Πλέον ήταν το μοναδικό άτομο που είχε μείνει δίπλα του, εκείνος και μερικοί άλλοι όμοιοι τους από το στράτευμα.

«Σκοτάδι;» Έκανε ο Βολφ με ένα αυθόρμητο χαμόγελο, ανάβοντας ένα δεύτερο τσιγάρο στη σειρά. Πράγματι, το γραφείο του βρισκόταν στον τρίτο όροφο του πρώην δημαρχείου -πια στεγαζόταν εκεί η Κομμαντατούρ- και ο διάδρομος που οδηγούσε σε αυτό ήταν στενός και σκοτεινός, σε αντίθεση με αυτό του Χιούγκο που είχε ένα πλατύ παράθυρο απέναντι από την συνεχώς ανοιχτή του πόρτα, πάντα ακάλυπτο από κουρτίνες για να απολαμβάνει ακόμα και τον φθινοπωρινό Αθηναϊκό ήλιο.
«Δεν ήξερα πως φοβάσαι το σκοτάδι.» Συνέχισε περιπαιχτικά, κάνοντας τον Χίουγκο να χαμογελάσει.

«Δεν είμαι τόσο εξοικειωμένος με το σκοτάδι όπως εσύ.» Συνέχισε μεταξύ σοβαρού και αστείου ο καστανός άντρας που άναβε το τσιγάρο του. Και αλήθεια, ίσως ο Χίουγκο φαινόταν πιο μυστήριος και σκοτεινός από τον Βολφ εξαιτίας του γαλανού πονηρού του βλέμματος, μα αν κάποιος τους έβλεπε μαζί σίγουρα θα παρατηρούσε το βάθος που κρυβόταν πίσω από τα άγρια κύματα του Βολφ. Μυστηριώδης όπως ακριβώς και τα μυστικά της θάλασσας που ανακάλυπτες όσο πιο βαθιά πήγαινες στη καρδιά της.
Ο Χιούγκο σήκωσε το κεφάλι του φυσώντας τον καπνό και παρατήρησε τα πάντα στο χώρο όπως συνήθιζε. Τις σκούρο κόκκινες κουρτίνες που μόνο η μία ήταν ανοιχτή και η άλλη συνέχισε να καλύπτει το παράθυρο, προκαλώντας στο χώρο ένα σκιερό ημίφως, τη φωτογραφία του Αδόλφου πλάι στο κλειστό μέρος της κουρτίνας, τη βιβλιοθήκη στον απέναντι τοίχο γεμάτη κάθε λογής βιβλία, το δρύινο γραφείο που επάνω του βρίσκονταν μέσα σε μια στρογγυλή θήκη τρεις πένες, πλάι η σφραγίδα του Γ' Ράιχ με το μελάνι και στην άλλη γωνία ένας ασημένιος δίσκος που είχε επάνω ένα μπουκάλι με κρυστάλλινους ρόμβους γεμισμένο με κρασί και δύο ποτήρια με το ίδιο σχέδιο. Στη μέση του επίπλου βρίσκονταν δύο ψηλές στοίβες χαρτιά που ανάμεσα τους διέκρινε τον καλύτερο του φίλο, με το καθαρό λευκό του πουκάμισο να φωτίζει ακόμα περισσότερο τα ανοιχτόχρωμα χαρακτηριστικά του. Τον παρατήρησε λίγο καλύτερα. Τα ολόξανθα μαλλιά του γυάλιζαν, τραβηγμένα στο πίσω μέρος το κεφαλιού του όπως συνήθιζε όμως κάτω από αυτά μια ρυτίδα ανησυχίας είχε χαραχτεί στο συνήθως ήρεμο πρόσωπο του και το γαλανό του βλέμμα έμοιαζε να μη μπορεί να σταθεί σε ένα σημείο για πολλή ώρα. Πρώτη φορά ο Χίουγκο τον έβλεπε τόσο νευρικό, να παίζει στα δάχτυλα του τον ασημένιο του αναπτήρα, το μοναδικό ενθύμιο από πατέρα του.

«Νόμιζα πως τον έχασες.» Παρατήρησε ο Χιούγκο εύστοχα, σερβίροντας στον εαυτό του λίγο κρασί. Ο Βολφ τότε τον άφησε στην άκρη κι ένα απαλό χαμόγελο απλώθηκε στα σκληρά χαρακτηριστικά του, μαλακώνοντας τα. Μόνο τυχερός μπορούσε να νιώσει που τον είχε χάσει γιατί έτσι έπεσε στα υπέροχα χέρια της Ερατούς.

«Τον έχασα.» Αποκρίθηκε τα αυτονόητα ο ξανθός άντρας, κοιτώντας τον φίλο του με ένα πονηρό βλέμμα. Από αυτό και μόνο ο Χιούγκο κατάλαβε πώς ο Βολφ είχε κάτι σημαντικό να του πει. Πλέον είχαν μάθει να μιλούν με τα μάτια, πράγμα φυσιολογικό αν κάποιος σκεφτεί όσα είχαν περάσει αυτοί οι δυο άντρες μαζί. «Και τον βρήκε η δεσποινίς Αναγνωστάκη, η Ερατώ. Είχε πέσει έξω ακριβώς από το καμαρίνι της.» Ολοκλήρωσε, παίρνοντας μια δυνατή ρουφηξιά από τον καπνό του, κατεβάζοντας τον λαίμαργα και απελευθερώνοντας τον αργά, σαν να ήθελε να κρατήσει όσο περισσότερη νικοτίνη γινόταν στα πνευμόνια του, να απολαύσει όσο περισσότερο μπορούσε αυτόν τον τοξικό εθισμό.
Το βλέμμα του Χίουγκο φωτίστηκε ολόκληρο. Ανασήκωσε τα φρύδια του κι έγειρε με το ένα του χέρι ακουμπισμένο στο γραφείο του φίλου του πιο κοντά του.

«Έξοχα!» Αναφώνησε, αν και του είχε διηγηθεί ο Βολφ πως η κοπέλα τον απέρριπτε και τον κοιτούσε άγρια κάθε φορά που βρισκόταν στο δρόμο της. Πίστευε πως κάθε μικρή κίνηση που έκανε ο έμπειρος φίλος του όμως τους έφερνε όλο και πιο κοντά και μπορεί εν τέλει να οδηγούσε κάπου αυτή η ένωση.

«Ναι, μου πρότεινε η ίδια να με ξεναγήσει στην Ακρόπολη και γενικά στην Αθήνα. Θα περάσω σήμερα στις τέσσερις να την πάρω από το σπίτι της.» Είπε με συγκρατημένο ενθουσιασμό ο ξανθός άντρας και κοίταξε το ασημένιο γυαλιστερό ρολόι στον καρπό του. Ένιωσε πως ο χρόνος ήταν εναντίον του, ακόμα η ώρα ήταν μια και μισή το μεσημέρι, λες και κυλούσε επίτηδες αργά για να του δημιουργήσει παραπάνω νευρικότητα. Ο Χιούγκο δεν συμμερίστηκε όμως τη χαρά του φίλου του. Του φάνηκε απότομη αυτή η αλλαγή της ηθοποιού από την μία μέρα στην άλλη. Πως ήταν δυνατόν τη μία μέρα να τον αποφεύγει και την άλλη να επιθυμεί να βγει μαζί του; Τι μπορεί να είχε αλλάξει τόσο σύντομα; Έμεινε σιωπηλός για λίγο και σκεφτικός, ψάχνοντας τα κατάλληλα λόγια για να μην εξοργίσει τον φίλο του με τις θεωρίες του.

«Ωραία.» Ήταν το μοναδικό που είπε ο άλλος Αξιωματικός, δίχως να κοίτα τον Βολφ στα μάτια. Δεν μπορούσε να είναι σίγουρος για τίποτα γιατί ήξερε πως ο φίλος του είχε τον τρόπο του με τις γυναίκες, όπως ακριβώς κι εκείνος, όμως το βλέμμα με το οποίο τον είχε κοιτάξει η μεγαλύτερη αδερφή της αγαπημένης του όταν τους είχε επισκεφτεί εκείνο το πρωινό στο σπίτι τους μπορούσε κάνει ακόμα και τον ίδιο να τρομάξει. Προτίμησε λοιπόν τη σιωπή από κάποια περιττή και μπορεί λανθασμένη συμβουλή. Σε λίγο καιρό θα μπορούσε να σχηματίσει μια ολοκληρωμένη άποψη και να προειδοποιήσει τον φίλο του, ο οποίος είχε τυφλωθεί από το πέπλο του έρωτα και δεν μπορούσε να δει πως η κοπέλα ήταν μια άγρια, καλλονή φοράδα που χρειαζόταν να εξημερωθεί. Αρκεί αυτή τη φορά να προλάβαινε πριν ο Βολφ δράσει εν βρασμώ ψυχής και είχε τα ίδια τραγικά αποτελέσματα με εκείνη τη μία φορά που είχε πάρει αψήφιστα τις συμβουλές του. Χαμογέλασε λοιπόν πονηρά και κράτησε το κρασοπότηρο στο χέρι του, στρέφοντας το βλέμμα του προς τον Βολφ. «Ελπίζω μόνο να μην μείνεις ιδανικός και ανάξιος εραστής.» Αστειεύτηκε και ήπιε μια γουλιά από το γλυκό ποτό.

«Αλήθεια η μικρή τι κάνει;» Ρώτησε με τη σειρά του ο Βολφ, αλλάζοντας θέμα καθώς έβαζε και στον εαυτό του λίγο κρασί για να χαλαρώσει αυτές τις βασανιστικές ώρες που έμεναν για να ανταμώσει τη φλογερή μελαχρινή.
Ένα αληθινό χαμόγελο χαράχτηκε τότε στα χείλη του Χιούγκο μόλις ο Βολφ αναφέρθηκε στην Κλειώ, τον θησαυρό του. Κάθε φορά που έφερνε το τρυφερό, νεανικό της πρόσωπο στο μυαλό του ένιωθε να αναριγεί από έξαψη. Δεν ήταν μόνο το συναίσθημα της ηδονής, αλλά και κάτι πιο βαθύ που είχε νιώσει και με τη συγχωρεμένη τη γυναίκα του, την οποία δεν πρόλαβε να χαρεί καθώς ο μαυροντυμένος ιππότης την πήρε μακριά του. Ήθελε να τη προστατέψει σαν να ήταν κάποιο έκπτωτο ουράνιο πλάσμα που είχε πέσει στα χέρια του. Και πράγματι η κοπέλα έμοιαζε με άγγελο, από τα σταχυά της μαλλιά, τα καταγάλανα μάτια της που θύμιζαν καθάρια νερά, τον αθώο και παιχνιδιάρικο χαρακτήρα της που τον μάγευε με τα τραγούδια και τα σκέρτσα της, το πάλλευκο αλαβάστρινο δέρμα της, με όλα της.

«Είναι αγνή σαν ολάνθιστος κρίνος αλλά...» Αποκρίθηκε με λατρεία ο Χιούγκο μα τα λόγια του τότε έσβησαν από το μυαλό του Βολφ και τη θέση τους πήρε μια λαμπρή ιδέα. Κρίνους! Έπρεπε από εδώ και πέρα να της πηγαίνει κρίνους! Να ήταν η εποχή τους άραγε; Έπρεπε να βρει το συντομότερο δυνατόν, σήμερα κι όλας κι ας μην είχε πολύ χρόνο! Θα αισθανόταν τόσο ξεχωριστά μόλις έβλεπε το ξαφνιασμένο βλέμμα της μπροστά στα άνθη και ύστερα αυτό το βλέμμα θα κοιτούσε εκείνον με θαυμασμό ίσως. Ήταν γυναίκα με εκλεπτυσμένο γούστο το δίχως άλλο, πρέπει να της άρεσε το διακριτικό άρωμα των κρίνων και η ξεχωριστή τους ομορφιά.

Ο ήχος από γυαλί που σπάει έκανε την εικόνα της Ερατούς να ξεθωριάσει αργά από το μυαλό του και αλαφιασμένος στράφηκε ξανά στο φίλο του, ο οποίος ήταν εκείνος που τον είχε τραβήξει τόσο βίαια για ακόμα μια φορά από την ονειροπόληση του αφήνοντας σκόπιμα το ακόμη γεμάτο ποτήρι του να πέσει στο πάτωμα, σκορπίζοντας μικροσκοπικά θρύψαλα κρύσταλλου στο χώρο.

«Και τώρα δεν με αγνοεί μόνο η Κλειώ αλλά και εσύ.» Έκανε με παράπονο και ο Βολφ χαμήλωσε μετανιωμένος το βλέμμα με ένα μικρό χαμόγελο όμως να χαράζεται στα χείλη του με την δραματική αντίδραση του φίλου του.

«Συγχώρεσε με.» Έκανε ειλικρινά ο Βολφ σβήνοντας το τσιγάρο του στο ασημένιο σταχτοδοχείο. «Τι μου έλεγες όμως;» Ρώτησε γέρνοντας τη πλάτη του στη βολική του καρέκλα και χαρίζοντας όλη του την προσοχή στον καλύτερο του φίλο αυτή τη φορά. Ο Χιούγκο άναψε ένα τσιγάρο και κάρφωσε το βλέμμα του στον περίτεχνα σκαλισμένο αναπτήρα του, που ήταν όμοιος με τη χρυσή θήκη, δώρα της γυναίκας του και τα δύο.

Διπλός ΠειρασμόςWhere stories live. Discover now