Κεφάλαιο 03: Βραδιά όλο εκπλήξεις

542 32 58
                                        


Η Ερατώ αποφάσισε το όμορφο ανοιξιάτικο πρωινό και τις ώρες που τις έμεναν πριν πάει στο θέατρο να ετοιμάσει για την αποψινή παράσταση να περπατήσει από τη μικρή γκαρσονιέρα του Λευτέρη στα Πετράλωνα ως το σπίτι της. 
Το προηγούμενο βράδυ ο αγαπημένος της με τα χίλια ζόρια κατάφερε να την ηρεμήσει ύστερα από το περιστατικό με τον υψηλόβαθμο Γερμανό, καθώς η κοπέλα τον είχε στολίσει με διαφορά κοσμητικά επίθετα, όπως γελοίο, βρωμοφασίστα, μπάσταρδο και ούτω καθεξής, ξεφεύγοντας από τα όρια της συνηθισμένης της ευγενείας. Πρώτη φορά την έβλεπε να βγαίνει εκτός εαυτού και ένιωσε και ο ίδιος υπεύθυνος που δεν μπόρεσε να την προστατέψει από τις αισχρές προθέσεις του Γερμανού.
Εν τέλει, αφού η κοπέλα ξέσπασε, κατηγορώντας για ακόμη μια φορά τον πατέρα της, έπεσε αποκαμωμένη στην αγκαλιά του παρακαλώντας τον να την κάνει να ξεχάσει και ο νεαρός μουσικός τα κατάφερε περίφημα.

Αμέσως, μόλις βγήκε στον πολυσύχναστο δρόμο της Βασιλίσσης Αμαλίας, μετάνιωσε την επιλογή της να μην πάρει το τραμ από μια κοντινή στάση, καθώς όπου κι αν κοίταζε έβλεπε ομάδες Γερμανών στρατιωτών, είτε να περνούν από το πλάι της, είτε να στέκονται σε ένα πεζοδρόμιο και να χαζεύουν τις περαστικές κοπέλες και να τους σφυρίζουν χυδαιότητες που η Ερατώ ευχόταν να μην καταλάβαινε.
Φυσικά και η δική της παρουσία δεν πέρασε απαρατήρητη. Συνήθως θα κολακευόταν αν κάποιος νεαρός της έκανε ένα κομπλιμέντο στο δρόμο και αύξανε την ήδη υπερμεγέθη αυτοπεποίθηση της. Είχε έναν αισθησιασμό που πήγαζε από μέσα της και ήταν συνηθισμένη στα αντρικά βλέμματα που τη σκέπαζαν κοιτώντας επίμονα το όμορφο πρόσωπο με τα μεγάλα καστανά μάτια και το λυγερό κορμί. Ήξερε πόσο όμορφη ήταν και της άρεσε να το επιδεικνύει και με το παραπάνω με τις στιλιστικές επιλογές της και το κόκκινο κραγιόν που δεν έβγαζε από πάνω της, δίχως να δείχνει προκλητική, μα γοητευτική.
Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή της που χαμήλωνε το κεφάλι καθώς προχωρούσε, αντί να προχωρά καμαρωτή και σίγουρη ώστε το βλέμμα της να μην ανταμώσει αυτό των Γερμανών κατακτητών.

Ανακούφιση διαπέρασε το κορμί της μόλις έστριψε στη Ριζάρη όπου βρισκόταν το αρχοντικό τους, ακριβώς πίσω από τη Βουλή των Ελλήνων, κοντά στο Ωδείο Αθηνών και κάθε μυς της χαλάρωσε μόνο όταν αντίκρισε την εντυπωσιακή έπαυλη της οικογενείας της πίσω από τα ολάνθιστα δέντρα άλλων σπιτιών. Πήρε μια βαθιά ανάσα και χαμογέλασε αχνά μόλις σκέφτηκε το χαλαρωτικό μπάνιο που θα έκανε μόλις πετούσε τα ρούχα από επάνω της. Όμως το χαμόγελο έσβησε από τα χείλη της και αντικαταστάθηκε από ένα κατσούφιασμα όταν παρατήρησε έξω ακριβώς από την ανοιχτή πύλη της αυλής μια μαύρη Volkswagen και έναν υψηλόβαθμο Γερμανό να κατεβαίνει τα σκαλιά του σπιτιού της. Τι στο καλό, σκέφτηκε, σπίτι μας τους πήραμε; 
Πράγμα που θα μπορούσε να στέκει αν κάποιος σκεφτεί τη λατρεία του Περικλή προς αυτούς.

Διπλός ΠειρασμόςDonde viven las historias. Descúbrelo ahora