Το κρύο ήταν τσουχτερό και η Ερατώ ένιωθε το πρόσωπο της να τσούζει καθώς προχωρούσε με βήμα γοργό να προλάβει τον Λευτέρη που έμοιαζε να μην τον ενδιαφέρει καθόλου που εκείνη σχεδόν έτρεχε πίσω του. Αυτή τη φορά η αποκοτιά της αδερφής της την έβαλε, άθελα της βέβαια σε μπελάδες. Δυστυχώς δεν πρόλαβε να σώσει την κατάσταση. Δεν ήθελε να συμβεί έτσι, ήθελε η ίδια να μιλήσει στον Λευτέρη και μάλιστα το σχεδίαζε για σήμερα το πρωί κι όλας.
Τώρα η παρεξήγηση είχε ήδη γίνει και εκείνη προσπαθούσε να μαζέψει τα ασυμμάζευτα. Σκεφτόταν πως θα του έκανε την κουβέντα μόλις έμεναν οι δυο τους στη γκαρσονιέρα του κι εκείνη με τον τρόπο της θα κατάφερνε να μην τον βγάλει εκτός εαυτού.
«Λευτέρη, περίμενε!» Αναφώνησε, ανοίγοντας το βήμα της για να τον προλάβει. Εκείνος όμως φαινόταν εντελώς παρασυρμένος, ένιωθε προδομένος από το μόνο άτομο που αγαπούσε πραγματικά. Περπατούσε με γοργό βηματισμό, έχοντας τα χέρια βαθιά χωμένα στις τσέπες του και το καπέλο του χαμηλωμένο ώστε να κρύβει τα μάτια του. Σκεφτόταν το συμβάν και ούτε που τον ένοιαζε ο κόσμος που περνούσε από δίπλα τους και τους κοιτούσε με περιέργεια, σχεδόν δεν άκουγε ούτε την Ερατώ που τον φώναζε. Φτάνοντας τον επιτέλους η Ερατώ ένιωσε ανακούφιση, αλλά την επόμενη στιγμή με μια δρασκελιά βρέθηκε ξανά μακριά της. «Μα για όνομα του Θεού φέρεσαι σαν παιδί!» Ξεφύσησε η κοπέλα μόλις στάθηκε για λίγο να ξαποστάσει.
Ο Λευτέρης ακούγοντας αυτή τη φράση έβαλε φρένο στον γρήγορο βηματισμό του. Γύρισε απότομα και την κοίταξε νευρικά, με την έκφραση του προσώπου του να μην συμβαδίζει με τα πραγματικά του συναισθήματα. Γενικά ο Λευτέρης ήταν άνθρωπος που δεν εξωτερίκευε τον θυμό του, το μοναδικό συναίσθημα δηλαδή που δεν φανέρωνε και η Ερατώ τον θαύμαζε γι' αυτό. Ήταν πάντα κοινωνικός και ευχάριστος, σπάνια ως σχεδόν ποτέ κάποιος τον συναντούσε θυμωμένο ή μουτρωμένο. Οπότε για να οργιστεί τόσο σήμερα σε σημείο να μη μιλιέται σημαίνει πως το ζήτημα του Αξιωματικού τον είχε βάλει σε σκέψεις.
«Εγώ φέρομαι σαν παιδί ή εσύ με τις ανοησίες που πας και κάνεις;» Έκανε φωναχτά και η Ερατώ άνοιξε διάπλατα τα μάτια βλέποντας πως κόσμος του έριχνε κλεφτές ματιές καθώς τους προσπερνούσαν. Όχι γιατί ο Λευτέρης είχε άδικο, αλλά γιατί οι λοξές ματιές του κόσμου παρά ήταν αδιάκριτες. Μπορεί να προσποιούταν πως δεν την ένοιαζε η γνώμη του κόσμου όμως ήταν ηθοποιός και ήθελε το θέατρο της γεμάτο κάθε μέρα όχι για να την κουτσομπολέψουν την ώρα που θα έκανε τον ρόλο της, αλλά για να την θαυμάσουν ενώ εκείνη θα τους αφηγούταν την ιστορία της Ηλέκτρας. Πέρα απ' αυτό σιχαινόταν να ακούει κακεντρεχείς ψιθύρους πίσω από την πλάτη της που στόχο είχαν την ίδια και την υπόληψη της.
Για να τον ηρεμήσει, τον πλησίασε αργά και πιάστηκε από το μπράτσο του, κοιτώντας τον μειλίχια. Δεν της άρεσε να μαλώνουν και κυρίως για ένα θέμα που η ίδια θα έφερνε στο φως από μόνη της.
YOU ARE READING
Διπλός Πειρασμός
Historical FictionΔύο αδερφές αγαπημένες, η Ερατώ και η Κλειώ, με μοναδικό τους κοινό την αγάπη τους για το θέατρο θα ζήσουν μια από τις πιο αιματοβαμμένες εποχές της Ελληνικής ιστορίας. Η Ερατώ πάντοτε ενάντια στην ιδεολογία του πατέρα της γίνεται αγωνίστρια του ΕΑ...
