Κεφάλαιο 10: Μια στιγμή αρκεί (Β' μέρος)

293 22 4
                                        


Η πόρτα άνοιξε διάπλατα και μία ντελικάτη, γυναικεία φιγούρα μόλις είχε εισέλθει στην οικεία των Αναγνωστάκηδων με κρύες σταγόνες να στάζουν από το λεπτό και αέρινο ύφασμα του μπλε σκούρου φορέματος. Η Ερατώ μόλις είχε φτάσει στο σπίτι και φαινόταν αρκετά εκνευρισμένη από την απότομη αλλαγή του καιρού, που είχε ως συνέπεια να βραχεί. Η Ελένη την πλησίασε με γοργά βήματα, αναπηδώντας ελαφρώς, προκειμένου να την καλωσορίσει πίσω στο σπίτι της.

«Ευτυχώς που δεν αργήσατε αρκετά για το μεσημεριανό. Έχει μαζευτεί όλη η οικογένεια και σας περιμένει από το πρωί.» Η φωνή της πάντα συνιστούσε εκδήλωση της ευγενικότητάς της και πόσο μάλλον της γλυκήτητάς της. Ένα ταπεινό και εργασιομανές πλάσμα, μαχήτρια για εκείνη και την οικογένειά της. 

«Όταν λες όλη;» Απόρησε καθώς ο γοργός βηματισμός της διακόπηκε μιας και στάθηκε μαρμαρωμένη απότομα, λίγο πριν εισβάλλει στο φωτεινό δωμάτιο της τραπεζαρίας. Έγειρε το κεφάλι της προς τα αριστερά, κοιτώντας με ένα βλέμα βουτηγμένο στην περιέργεια την καλοσυνάτη υπηρέτρια. 

«Δε τα μάθατε;» Η Ελένη την πλησίασε και πρόσφερε μία χείρα βοηθείας, έτσι ώστε να καταφέρει να αφαιρέσει το παγερό και κατακόκκινο κασκόλ, που σαν φίδι είχε τυλιχτεί γύρω από τον καλοσχηματισμένο και λεπτό λαιμό της. Υπέροχα χαρακτηριστικά στόλιζαν το πρόσωπό της, που προσδίδουν σε μία Μεσογειακή γυναίκα.  «Οι παππούδες σας είναι εδώ. Σας περίμεναν όλο το πρωί, αλλά δυστυχώς ήσασταν απασχολημένη.» Μετά από μία μικρή της παύση, η νεαρή γυναίκα φρόντισε να ενημερώσει την κυρία της, όπως όφειλε. 

«Μα αυτά είναι εξαιρετικά νέα!» Μονολόγησε με μία χρυσή λάμψη να αντανακλάται μέσα από τα μελί της μάτια και ένα διαμαντένιο χαμόγελο να κείτεται ολοζώντανο στο νεανικό και ολόφρεσκο πρόσωπό της. Μετά από έναν σχεδόν ολόκληρο χρόνο θα είχε την ευκαιρία να δει επιτέλους και από κοντά δύο ξεχωριστούς και αγαπημένους ανθρώπους για εκείνη. 

«Τότε γρήγορα στην τραπεζαρία, μην το καθυστερείτε και άλλο.» Ήταν άκρως ανυπόμονη, αλλά τα μάτια της στράφηκαν προς το κατώφλι, μόλις ο Λευτέρης είχε καταφθάσει. Αργοπορημένος ως συνήθως, αλλά αυτή την φορά έτυχε να λερωθεί το δεξί του παπούτσι από την υγρή λάσπη στο γκαζόν και έπρεπε να το καθαρίσει. Καθώς η Ελένη ήταν έτοιμη να κλείσει την πόρτα, ο γεροδεμένος και ψηλός νεαρός ξεπρόβαλλε με μιας μπροστά της, κάνοντάς την να τρομάξει ελαφρώς.

Διπλός ΠειρασμόςWhere stories live. Discover now