Θα ήταν η πιο όμορφη βραδιά της ζωής της ή τουλάχιστον αυτό αισθανόταν μέσα της και η μεγάλη της αδερφή για άλλη μια φορά κατάφερε να της το χαλάσει. ''Ταραξίας'' ήταν για εκείνη ή τουλάχιστον έτσι τη χαρακτήριζε καθώς χανόταν μέρα και νύχτα μέσα στις λέξεις, για να βρει μία που πραγματικά να της δεσπόζει. Την Ερατώ την αγαπούσε και τη λάτρευε περισσότερο και από τον ίδιο της τον πατέρα, περισσότερο από τον Θεό και ακόμα και αν μερικές φορές τύχαινε να ανακαλύψει και άλλες μικρές διαφορές ανάμεσά τους, εκείνη απλά συνέχιζε να θαυμάζει κρυφά, σαν κρυπτοχριστιανή, τον ατίθασο και θαρραλέο χαρακτήρα της μεγαλύτερής της αδερφής. Ήξερε ότι δε θα τα κατάφερνε ποτέ να της μοιάσει, ούτε στο ελάχιστο αλλά μία άβυσσος ζωντανή είναι ο άνρωπος, με δύο πόδια, δύο χέρια, ένα κεφάλι και μία καρδιά να τους χαρίζει το δώρο της ζωής.
Τώρα με την απουσία της αδερφής της, έμεινε για ακόμη μια φορά μοναχή στο δικό της κελί που δεν ήταν όπως τα συνηθισμένα αλλά φτιαγμένο πολύ καλά από τις δικές τις σκέψεις και φόβους. Χανόταν με τις ώρες μέσα σε αυτές, ταξίδευε με μία ξύλινη και απροστάτευτη βάρκα στην ανεμοδαρμένη και φουρτουνιασμένη θάλασσα του μυαλού της. Πάντα αυτό κάνει όταν αισθάνεται μόνη και δίχως κανέναν ώμο να γύρει το κεφάλι της και να αισθανθεί την ασφάλεια που αναζητά και επιθυμεί συνεχώς. Κάποιες φορές θυμίζει από εκείνα τα φοβισμένα και μικρά παιδάκια κοντά στην ηλικία των τεσσάρων που με την πρώτη δυσκολία ή φωνή μαζεύονται σε μία γωνία κυριευμένα από το φόβο και τις ανασφάλειες. Αλλά μία ζωή έτσι ήταν και έτσι ίσως να παραμείνει η Κλειώ μιας και από τη νεαρή ηλικία είχε συνηθίσει να είναι το κέντρο της προσοχής, να έχει μία παιδιάστικη και τόσο αθώα συμπεριφορά. Ένας άγγελος ζωγραφιστός ήταν και όχι μόνο εξαιτίας της εμφάνισής της αλλά και από τον εσωτερικό της κόσμο. Ήταν άκακη από μικρή και πάντα ευγενική δίχως κανένα ίχνος αγένειας ή ανυποταγής, διότι πάντα άκουγε όσα τη συμβούλευε η μητέρα της ακόμα και αν ήταν δηλωτική η προτίμησή της προς τον πατέρα της και ακόμα και αν επέλεξε να ακολουθήσει το μονοπάτι του, αυτό δε σημαίνει πως η μητέρα της δεν ήταν ανήκει μέσα στην καρδιά της, πως δεν της δίδαξε πράγματα και πως δεν αισθάνεται ευγνωμοσύνη για όσα της προσέφερε όλα αυτά τα χρόνια έως την ενηλικίωσή της.
Την ώρα εκείνη που είχε βυθιστεί στα πιο ανεπιθύμητα νερά του μυαλού της, άκουσε τον κρότο της πόρτας του δωματίου της και τα καταγάλανα μάτια της σηκώθηκαν από το πάτωμα και κατευθείαν καρφώθηκαν σε αυτή. «Παρακαλώ!» απάντησε με μία ανάσα και με υψωμένο τον τόνο της φωνή της έτσι ώστε να φανεί ευδιάθετη. Έπειτα, σηκώθηκε γοργά γοργά για να ισιώσει το φόρεμά της στην περίπτωση που είναι κάποιος από τους δύο γονείς της να μην τη δει απεριποίητη.
YOU ARE READING
Διπλός Πειρασμός
Historical FictionΔύο αδερφές αγαπημένες, η Ερατώ και η Κλειώ, με μοναδικό τους κοινό την αγάπη τους για το θέατρο θα ζήσουν μια από τις πιο αιματοβαμμένες εποχές της Ελληνικής ιστορίας. Η Ερατώ πάντοτε ενάντια στην ιδεολογία του πατέρα της γίνεται αγωνίστρια του ΕΑ...
