Αστικά, διαδρομές και μπύρες

123 12 5
                                        

Λοιπόν. Ας βάλω το μυαλό μου σε τάξη γιατί δε βλέπω να πηγαίνω σπίτι. Είναι νύχτα.
Η μουσική από τα ακουστικά ακούγεται δυνατά και επιβλητικά.
Ολα κινούνται αμυδρά αλλά αισθητά και παρατηρώ πράγματα τα οποία δεν είχα παρατηρήσει ποτέ, παρόλο που κάνω την ίδια διαδρομή συνέχεια εδώ και τόσα χρόνια. Παρατηρώ σπίτια, μαγαζιά, ταμπέλες, κτίσματα και δεν ξέρω αν υπήρχαν ή φύτρωσαν εκείνη την ώρα, είμαι στο σωστό λεωφορείο;
Μα αφού κοίταξα, 3 έλεγε η φωτεινή επιγραφή, σίγουρη είμαι, δεν είμαι;
Είμαι.
3.
Ολα καλά.
Κι ας ξεφυτρώνουν κτίρια και ταμπέλες από το πουθενά, όλα καλά.
Ολα καλά.
Η θέση δίπλα μου αδειάζει και ένα άλλο άτομο την καταλαμβάνει. Ενα αγόρι με γυαλιά το οποίο με κοιτάζει. Ομορφο πρόσωπο, όμορφο σύνολο. Του ρίχνω ένα βλέμμα και ανταποδίδει κι έπειτα στρέφω ξανά τη ματιά μου έξω από το παράθυρο και ο αέρας χτυπά στο πρόσωπό μου.
Και η διαδρομή πλέον γίνεται σαφέστατα γνωστή αφού βγαίνουμε από την πόλη, δεν ξεπετάγονται πια κτίρια, όλα είναι γνώριμα και στη θέση τους.
Αλλά εγώ εξακολουθώ να κοιτώ έξω. Ο τύπος που κάθεται δίπλα μου κοιτά ξανά, με κοιτούσε και πριν κάτσει, όταν ήταν όρθιος, τόσο πολύ φαίνεται ότι έχω πιει;
Πλησιάζουμε στο σταθμό και είναι νωρίς, το λεωφορείο που θα πάρω φεύγει σε ένα τέταρτο. Θα άναβα τσιγάρο αλλά έχασα τον γαμημένο αναπτήρα και δεν έχω όρεξη για κουβέντες.
Θα ζητούσα, μα κανείς δεν καπνίζει πια;
Ούτε ένα αναμμένο τσιγάρο δεν υπάρχει στο οπτικό μου πεδίο και δε θέλω περιττά λόγια και βλέμματα, δε γαμιέται...
Μένω με τον πακέτο στο χέρι, δίχως αναπτήρα.
Η μουσική παραμένει πολύ δυνατή έτσι ώστε να μην ακούω τις φωνές των δεκάδων γνωστών που περιμένουν κι εκείνοι το λεωφορείο. Το τελευταίο δρομολόγιο είναι πάντα γεμάτο από εμάς, την νεολαία.
Θα έλεγα κανένα γεια, αλλά ντρέπομαι να μιλήσω, δεν έχω και πολλή όρεξη για κοινωνικοποίηση, ας νομίζουν πως σνομπάρω.
Λίγο αργότερα έρχεται το λεωφορείο. Γεμίζει αμέσως, παντού γνωστά πρόσωπα. Βλέπω και φίλους αλλά εκείνοι δε με έχουν δει. Εχω στο νου μου να τους μιλήσω αργότερα, όταν ο κόσμος λιγοστέψει, δηλαδή όταν θα περάσουμε το πρώτο χωριό. Τους προσεγγίζω και μιλάμε μέχρι να κατέβουν. Εγώ κατέβαινα στο προτελευταίο χωριό από το οποίο περνούσε το λεωφορείο, είχα διαδρομή ακόμα. Κάθισα σε μία θέση, με παράθυρο φυσικά, και έβαλα ξανά τα ακουστικά μου. Αργότερα έφτασα στο χωριό, κατέβηκα στην πλατεία, και όχι στην πιο κοντινή στο σπίτι στάση. Ακουγα μουσική και περπατούσα, αποφάσισα να μην πάω κατευθείαν σπίτι. Σήκωνα το κεφάλι και κοιτούσα τα αστέρια, ήταν πολλά και εμφανή αυτό το βράδυ.
Οι δρόμοι ήταν άδειοι, δεν υπήρχε άνθρωπος να κυκλοφορεί και ήταν μονάχα δωδεκάμιση η ώρα.
Ολα καλά.
Ας μην κυκλοφορεί κανένας.
Ο δρόμος μου ανήκει.

(Disorder)Dove le storie prendono vita. Scoprilo ora