Χείμαρρος

40 7 0
                                        

Γυρίζεις σπίτι μεσημέρι έχοντας περάσει μια ημέρα ατυχή, μία μέρα νευρώδη και σε πιάνει στο δρόμο η βροχή.

Βλέπεις από τα παράθυρα του λεωφορείου, πριν βγεις στον δρόμο, τον γκρίζο ουρανό να σκουραίνει και λες προλαβαίνω να πάω σπίτι, νομιζω ότι προλαβαίνω.

Κι εκεί ακούς τον ουρανό να ανοίγει και το νερό να πέφτει σαν χείμαρρος και όχι, δεν προλαβαίνεις.

Κατεβαίνεις από το λεωφορείο και ξεκινάς να τρέχεις και να τρέχεις αλλά το νερό δεν παύει να σε σκεπάζει.

Δεν παύει να πέφτει στα γυαλιά σου, περιορίζοντας ακόμα περισσότερο την όραση σου, δεν παύει να κυλά στον δρόμο σαν ποτάμι και να σε βρέχει ολόκληρο/η, δεν παύει να μπαίνει στα παπούτσια σου και να σε κάνει να πατάς μέσα σε αυτό.

Και δεν έχει σημασία που τρέχεις, ο κατακλυσμός σε έχει ήδη νικήσει και δεν σταματά.

Μπόρα είναι, που δεν μπόρεσες να αποφύγεις.

Και μετά καταλαβαίνοντας το αναπόφευκτο του να πασχίζεις να καλυφθείς, εκτίθεσαι στον χείμαρρο.

Σαν να πνίγεσαι, τρελαίνεσαι, αλλά δεν μπορείς να σταματήσεις, η ίδια η φύση σου επιτίθεται.

Τρέχεις και δεν έχει νόημα.

Ούτε το να τρέξεις, ούτε το να παραμείνεις ακίνητος μέσα στον κατακλυσμό.

Μπόρα είναι που δεν έτυχε να αποφύγεις.

(Disorder)Donde viven las historias. Descúbrelo ahora