Ποιήμα

74 14 10
                                        

Ποιήμα (όλο το ποιήμα )

Θυμάμαι όταν βγήκα απ’ τη φυλακή. Το κουρεμένο κεφάλι μου στρογγυλό κι άδειο σαν την υδρόγειο. «Όχι, δεν πειράζει» έλεγα στους φίλους που με προσκαλούσαν στο τραπέζι τους, ενώ την ίδια ώρα, άρπαζα κρυφά μια φούχτα κόλλυβα, απόνα πιάτο ακουμπισμένο στη ραπτομηχανή. Που βέβαια, τάτρωγα ύστερα, στην τουαλέτα. Έτσι χόρτασα τη ζωή μου: με νεκρούς, ταπεινώσεις, ποιήματα, χρονολογίες από παλιές καταστροφές κι οράματα από αυριανές επαναστάσεις. Και συχνά, για να εκδικηθώ τους άλλους, πούχαν τη βλακεία να πιστεύουνε σε μένα, έκανα διάφορες ποταπότητες και προστυχιές: δεν επέστρεφα τα χρέη μου, έκλαιγα μπροστά στους άλλους ή μιλούσα ατελείωτα στις κομματικές συγκεντρώσεις. Γιατί, αλήθεια, ξέχασα να πω, ότι από καιρό τώρα ήμουνα δοσμένος σε μια μεγάλη υπόθεση – τόσο μεγάλη θε μου, που νάχει τόπο ακόμα και για τους πιο ηλίθιους. Δεν μπορώ όμως να μην ομολογήσω, πως οι άνθρωποι μου πρόσφεραν πολλά: απιστίες οι γυναίκες, συμβουλές οι τρελλοί, απίθανα όνειρα οι σύντροφοι, κάπως βέβαια όλα αυτά φθαρμένα απ’ τη χρήση και το χρόνο. Μα η απληστία μου, σαν ένα πελώριο κύμα, τάλουζε όλα, και τα ξανάβρισκα σα μόλις κομμένα από τον κόρφο του Θεού. Κι οι μέρες μου, θριαμβευτικές, στηρίζαν τον υπέροχο, στέρεο αγκώνα τους πάνω στο νερό της ματαιότητας. Τέλος, για να μην τα πολυλογώ, αφού έζησα όλο το μαρτύριο της ελπίδας, έφτασα στο πιο απάνθρωπο έγκλημα: να πιστέψω στους ανθρώπους.

Τότε, λοιπόν, γιατί απαγορεύεται σ’ έναν επαναστάτη, ν’ αυτοκτονήσει.

Τάσος Λειβαδίτης , Ποιήματα 1958 -1964

Ποιήση για την ποίηση (ΥΠΟ ΔΙΟΡΘΩΣΗ) Stories to obsess over. Discover now