Ξεχασμένη από τη ζωή, η Λουιζιάνα, βουτηγμένη στα ψέματα που την έχουν κατακλύσει, θα δει τον πατέρα της να καταδικάζεται σε φυλάκιση, μετά από το δίλημμα αν θα παρευρεθεί ή όχι στο δικαστήριο. Και θα το κάνει γιατί η συνείδηση της δεν την αφήνει σε...
¡Ay! Esta imagen no sigue nuestras pautas de contenido. Para continuar la publicación, intente quitarla o subir otra.
Κρύφτηκε πίσω από την πόρτα έχοντας τις παλάμες των χεριών της στο στόμα της για να μην ακουστούν οι λυγμοί της. Εκείνος ήταν από πάνω της με το μαχαίρι, σαστισμένος από αυτό που μόλις είχε διαπράξει. Φόνος, φόνος εξ αμελείας. Αυτό ήταν! Ο πατέρας της είχε μόλις σκοτώσει τη μητέρα της, την λατρεμένη της μητέρα. Έκλεισε σφιχτά τα κόκκινα ματάκια της και μπροστά της εμφανίστηκε εκείνη η όμορφη μέρα όπου η μαμά της της είχε φέρει τα αγαπημένα της λουλούδια. Τα είχε τοποθετήσει σε ένα γυάλινο βάζο επάνω στο τραπέζι στη βεράντα, που της άρεζε να κάθεται. Της χαμογέλασε γλυκά και τη φίλησε στο μέτωπο στοργικά. Είχαν τα ίδια σοκολατένια μάτια, την ίδια γαλήνη στο πρόσωπο και το ίδιο χρώμα μαλλιών, καστανά. Η μητέρα της έφυγε από δίπλα της κι η μικρή Λουιζιάνα που έπαιζε με την αγαπημένη της κούκλα, την κοίταξε καθώς έφευγε. Ήταν τριάντα πέντε, με ένα ωραίο σώμα και μελαχρινή. Ήθελε τόσο να της μοιάσει όταν θα μεγάλωνε, ήταν το πρότυπο της. Σε λίγο επέστρεψε με ένα πιάτο κεκάκια με σαντιγί και το ακούμπησε στο τραπέζι, δίπλα στο γάλα της που είχε σχηματιστεί μουστάκι στο στόμα όταν ήπιε η μικρή.
«Δε θα φας αγάπη μου;» την είχε ρωτήσει όταν κάθισε απέναντι της στο τραπέζι και περίμενε υπομονετικά να δοκιμάσει το καινούργιο της γλυκό. Το είχε φτιάξει πρώτη φορά. Κάθε φορά έψαχνε στο ίντερνετ νέες συνταγές για γλυκά, αφού ήξερε πως η μικρή τα λάτρευε. Η μικρή Λουιζιάνα χαμογέλασε στη μαμά της και πήρε γρήγορα στα χέρια της ένα κεκάκι. Τοποθέτησε το κεκάκι στο στόμα της, κι όταν γεύτηκε τη πρώτη μπουκιά και της άρεσε, άρχισε να το τρώει λαίμαργα. Η μητέρα της κατάλαβε πως τελικά της άρεσε, και θύμισε στον εαυτό της να βάλει το χαρτί που είχε γράψει τη συνταγή στο βιβλίο μαγειρικής και ζαχαροπλαστικής της. Εκείνη η μέρα ήταν ζεστή, πλησίαζε καλοκαίρι και πολύ σύντομα θα πήγαιναν στο εξοχικό τους, που είχε θάλασσα, για να περάσουν τις παραδεισένιες τους διακοπές εκεί. Τώρα όμως δε θα περνούσε πια τα καλοκαίρια στο εξοχικό με τη μητέρα της, δε θα της έφτιαχνε ένα σωρό πετυχημένα γλυκά ούτε θα μάζευε από τον κήπο τα αγαπημένα της λουλούδια. Δε θα τη κοίταζε με στοργή και δε θα της χτένιζε τα μακριά μαλλάκια της. Η μητέρα της, δε θα ξανάνοιξε τα μάτια της, τα σοκολατένια μάτια που έμοιαζαν με της κόρης της. Σηκώθηκε από πάνω της και πέταξε το μαχαίρι κάτω, κάνοντας εκκωφαντικό θόρυβο. Η μικρή που ήταν κρυμμένη, μπόρεσε να δει τη μαμά της. Ήταν ξαπλωμένη μέσα σε μια λιμνούλα αίματος, με τα ρούχα της λεκιασμένα από το αίμα. Μπορεί να μην είχε πεθάνει, μπορεί να λιποθύμησε. Ο πατέρας της, έτρεξε και βγήκε από το δωμάτιο τρέμοντας. Η μικρή, στάθηκε για λίγο πίσω από τη πόρτα, ώσπου πήρε θάρρος και βγήκε να ξυπνήσει τη μαμά της. Γονάτισε δίπλα της λερώνοντας κι η ίδια τα γόνατα της και το λευκό φορεματάκι της με αίμα. «Μαμά;» ψιθύρισε η φωνούλα της. Η μαμά της όμως δεν αντέδρασε. Τη σκούντιξε μήπως κοιμόταν βαριά και γι'αυτό δε ξυπνούσε. Αλλά τίποτα! Η μητέρα της δε ξυπνούσε, η μητέρα της τελικά δεν κοιμόταν ούτε λιποθύμησε, είχε πεθάνει.
Ελπίζω να σας αρέσει!!! Αν σας άρεσε η περίληψη και ο πρόλογος σχολιάστε η πατήστε το αστεράκι, για να ξέρω αν θα το συνεχίσω. Ευχαριστώ!!!