Ξεχασμένη από τη ζωή, η Λουιζιάνα, βουτηγμένη στα ψέματα που την έχουν κατακλύσει, θα δει τον πατέρα της να καταδικάζεται σε φυλάκιση, μετά από το δίλημμα αν θα παρευρεθεί ή όχι στο δικαστήριο. Και θα το κάνει γιατί η συνείδηση της δεν την αφήνει σε...
Ops! Esta imagem não segue nossas diretrizes de conteúdo. Para continuar a publicação, tente removê-la ou carregar outra.
Λουιζιάνα
Το κεφάλι μου πονούσε πολύ άλλα αρνιόμουν πεισματικά να ανοίξω τα μάτια διότι οι φωνές που άκουγα ήταν παντελώς άγνωστες και τίποτα δε θύμιζε τη ζεστασιά του σπιτιού. Δε κοιμόμουν, όμως έδινα την εντύπωση σε όποιον με έβλεπε πως αυτό έκανα, και είχα την εντύπωση πως με κοιτούσαν, άλλα φοβόμουν να αντικρίσω ό,τι συνέβαινε γύρω μου, οπότε έμεινα στην ασφαλή λύση με τα σφραγισμένα μου μάτια.
«Έλα γλυκιά μου...όχι, μη φωνάζεις πονάει το κεφάλι μου, θα σου εξηγήσω μόλις γυρίσω. Μη φωνάζεις» ήταν μια αντρική φωνή, σχεδόν κουρασμένη θα έλεγα, που μιλούσε στο τηλέφωνο με κάποιον που τον έψαχνε και είχε να δώσει σημεία ζωής αρκετές ώρες ή ίσως μέρες...Μετά από αυτό η απόλυτη σιωπή που ροκάνιζε τη περιέργεια μου, ποιος ήταν αυτός και τι δουλειά είχα μαζί του; Ή μάλλον, τι δουλειά θα μπορούσε να έχει μαζί μου;
Άνοιξα σιγά σιγά και διστακτικά τα μάτια μου και έπιασα τον εαυτό μου να μετανιώνει που το έκανε, άλλα ήταν πολύ αργά για να τα κλείσω. Είδα έναν άντρα, γύρω στα εικοσιπέντε, με μπλε κουστούμι, να με κοιτάζει τρομαγμένος. Γύρω του το μέρος φαινόταν ψυχρό και λευκό, δεν άργησα να καταλάβω πως βρίσκομαι σε δωμάτιο νοσοκομείου...
«Είσαι καλά;» με ρώτησε και πλησίασε, πράγμα που με φόβισε και μαζεύτηκα στο κρεβάτι μαζί με το πάπλωμα, λες και αν επιχειρούσε να μου κάνει κακό, το πάπλωμα θα με προστάτευε. Δεν ήξερα αν αισθανόμουν καλά, δεν απάντησα στην απλή ερώτησή του. «Είσαι στο νοσοκομείο, σε χτύπησα με το αμάξι και λιποθύμησες» είπε σαν να διάβαζε τις σκέψεις μου. Ωραία, βρίσκομαι σε νοσοκομείο. Σιχαίνομαι τα νοσοκομεία...
Και αυτός ο τύπος, μου θυμίζει κάποιον.
Δεν ήξερα τι έπρεπε να πω, και δεν έβγαινε τίποτα από το στόμα μου, σαν να μάγκωσαν στο λαιμό οι λέξεις. Τη βαριά σιωπή διέκοψε μια νοσοκόμα.
«Α ξυπνήσατε! Μόλις είστε έτοιμη μπορείτε να έρθετε να μάθουμε τα στοιχεία σας και μπορείτε να φύγετε, έχετε πάρει εξιτήριο» απευθύνθηκε σε μένα. Μου χαμογέλασε και βγήκε πάλι έξω, αφήνοντας με με τον κύριο Γνωστό-Άγνωστο.