Ο ήλιος βυθιζόταν σιγά-σιγά στον ορίζοντα, ρίχνοντας πορφυρές ανταύγειες στα ήσυχα νερά της θάλασσας. Ο Αντρέι στεκόταν στην ακτή, τα μάτια του καρφωμένα στο απέραντο γαλάζιο, ενώ τα κύματα έγλυφαν απαλά την άμμο σιμά του. Το μυαλό του ήταν βαρύ, γεμάτο σκέψεις και συναισθήματα που δεν μπορούσε να βάλει σε τάξη όσο και να πάλευε. Ήξερε ότι έπρεπε να αντιμετωπίσει την αλήθεια που είχε ανακαλύψει, αλλά η καρδιά του αρνιόταν να την αποδεχτεί.
Τα βήματα πίσω του ήταν αθόρυβα, αλλά ο Αντρέι τα ένιωσε να πλησιάζουν. Γύρισε αργά και είδε τον Κανέλλο να έρχεται προς το μέρος του. Το πρόσωπό του ήταν σφιγμένο, όπως και του ίδιου. Η σιωπή ανάμεσά τους ήταν βαριά, γεμάτη ανείπωτα, και οι δύο άντρες στάθηκαν απέναντι ο ένας στον άλλο, με τον αέρα της θάλασσας να τους αγκαλιάζει.
Για μια στιγμή, κανένας δεν ήξερε τι να πει. Ήταν σαν να υπήρχε ένα χάσμα, μια αόρατη πληγή που δεν μπορούσε να κλείσει τόσο εύκολα. Ο Κανέλλος πήρε μια βαθιά ανάσα και έκανε το πρώτο βήμα, πλησιάζοντας τον Αντρέι και απλώνοντας το χέρι του διστακτικά, σαν να φοβόταν την αντίδραση του ανιψιού του.
«Αντρέι,» ξεκίνησε αργά, η φωνή του σπασμένη από συγκίνηση. «Ο-Ο πατέρας σου ήταν ο καλύτερος άνθρωπος που γνώρισα. Ο αδερφός μου... Ήταν το φως για όλους μας. Και τώρα βλέπω σε σένα εκείνο το φως.»
Ο Αντρέι ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται. Τα λόγια του Κανέλλου τον άγγιξαν βαθιά, αλλά ο πόνος της άγνοιας όλα αυτά τα χρόνια ήταν ακόμη έντονος. Έσφιξε τα χέρια του σε γροθιές, προσπαθώντας να κρατήσει την ψυχραιμία του.
«Γιατί δεν μου είπατε τίποτα;» ρώτησε, η φωνή του βραχνή από την αγωνία.
Ο Κανέλλος χαμήλωσε το βλέμμα του, νιώθοντας το βάρος της ενοχής να τον καταπνίγει. «Δεν ήξερα πώς να το κάνω. Τώρα κοντά το έμαθα κι εγώ.» παραδέχτηκε. «Ο Διογένης μου τα εξήγησε όλα. Έπρεπε να σου το είχε πει.»
Ο Αντρέι, με τα μάτια θολά, κοίταξε τον θείο του και ένιωσε την αγωνία να λιγοστεύει. Ήξερε ότι ο Κανέλλος τον αγαπούσε, ακόμα κι αν είχε κάνει λάθη.
Ο Κανέλλος, βλέποντας τη σιωπή του, έκανε ένα ακόμη βήμα και τον αγκάλιασε σφιχτά. Ο Αντρέι ένιωσε τον κόμπο στο λαιμό του να λύνετε ίσα που και ανταπέδωσε την αγκαλιά, αφήνοντας τη ζεστασιά της να τον τυλίξει.
«Ο πατέρας σου θα ήταν περήφανος για σένα,» είπε ο Κανέλλος με σιγανή φωνή, καθώς τον κρατούσε. «Και εγώ είμαι περήφανος για σένα, ανιψιέ μου. Είσαι ο γιος του αδερφού μου και αυτό είναι το πιο μεγάλο δώρο που θα μπορούσα να έχω. Βλέπω τον σεβασμό προς εσένα απ'όλους όπως έκαναν και σε 'κείνον.»
YOU ARE READING
Το αρχοντικό
FanfictionΗ Θεοφανώ το σκάει κι εκείνος τη βρίσκει. Ο Αντρέι αντί για να μένει στους Λασκαραιους, κατέληξε έμπιστος του Δραγουμάνου.
