Ήταν πρωί σχεδόν εννιά όταν ο Άλεκ ξύπνησε. Γύρισε το κεφάλι του και είδε τον Μαγκνους δίπλα του να κοιμάται γαληνια ακόμα στην αγκαλιά του. Έβγαλε το χέρι του με προσοχή από το λαιμό του και σηκώθηκε με προσοχή για να μην τον ξυπνήσει. Μπήκε στο μπάνιο και αφού έκανε ένα μπάνιο έβαλε μόνο ένα εσώρουχο με το παντελόνι του. Ύστερα πήγε στην κουζίνα και άρχισε να ετοιμάζει πρωινό για αυτόν και τον Μαγκνους. Έλειψε σε τέσσερις φέτες ψωμί μαρμελάδα και έβαλε σε δύο φλιτζάνια τσάι. Ύστερα τα έβαλε σε έναν δίσκο και πήγε στο δωμάτιο όπου είδε τον Μαγκνους ακόμα να κοιμάται. Άφησε το δίσκο δίπλα στο κομοδινο και έκατσε στο κρεβάτι.
Α: Μαγκνους ξυπνα.
Άρχισε να του λέει και να τον σκουνταει.
Μ: Μμμμ...
Άκουσε να λέει απλά ο Μαγκνους και τον είδε να αλλάζει πλευρά.
Α: Έφερα για να φάμε.
Είπε και τον είδε να ανοίγει τα μάτια του.
Μ: Καλημέρα.
Μουρμουρισε και τον κοίταξε με ένα χαμόγελο.
Μ: Τι έφερες?
Α: Καλημέρα.
Του απάντησε και ο Αλεκ και εσκηψε για να τον φιλισει απαλά στις μέτωπο. Το χαμόγελο του Μαγκνους μεγάλωσε.
Α: Ψωμί με μαρμελάδα και τσάι.
Απάντησε και έφερε το δίσκο μπροστά του.
Μ: Σκοτώθηκες πάλι.
Είπε και γέλασε. Ο Άλεκ τον κοίταξε σοβαρός.
Α: Καλά αφού δεν το θες το παίρνω.
Του είπε και πήγε να πάρει το δίσκο.
Μ: Όχι. Φυσικά και το θέλω.
Είπε και του πείρε με προσοχή τι δίσκο από τα χέρια του και το έβαλε πάνω του.
Μ: Έλα να φάμε.
Του είπε και ο Άλεκ πήγε και έκατσε δίπλα του. Έτσι άρχισαν να τρώνε ταιζοντας ο ένας τον άλλον. Αφού τελείωσαν ο Άλεκ τα μάζεψε και πήγε να τα πλενει όσο ο Μαγκνους ντυνοταν. Όσο τα επλενε δύο χέρια ένιωσε να τυλιγοντε γύρω από την μέση του και ένα φιλί στην γυμνή του πλάτη.
Μ: Πόσο μαρεσει όταν με φροντίζεις.
Του είπε και ο Άλεκ γύρισε να τον κοιτάξει. Τότε του χαμογελασε και του έδωσε ένα φιλί στο στόμα.
Α: Έλα πάμε τελείωσα.
Του είπε και πήγαν στο σαλόνι όπου και έκατσαν.
