Κεφάλαιο 3

696 50 12
                                        


                                                                        Μάσιμο

Είμαι να σκάσω. Να εκραγώ. Δεν το πιστεύω πως βρήκε την ώρα να γίνει αυτό τώρα. Γαμώ την τύχη μου. Αλλά αυτά παθαίνεις όταν μπλέκεις με ανίκανους. Άχρηστους. Ορκίζομαι στον Θεό, θα απολύσω και τον τελευταίο καριόλη άνθρωπο που εργάζεται σε αυτή την αποθήκη. Είναι όλοι τους χαμένα κορμιά. Εγώ ο ίδιος θα φροντίσω να βρεθούν σύντομα στο πάτο της θάλασσας από τα ίδια μου τα χέρια και θα γίνουν τροφή για τα σκυλόψαρα. Δεν χωράει ο νους μου την ξεφτίλα μας. Για άλλη μια φορά πιαστήκαμε σαν μαλάκες στον ύπνο. Δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο αυτή η ιστορία. Πρέπει να λάβω άμεσα τα μέτρα μου πριν καθαρίσω άνθρωπο στα αλήθεια.

«Πώς στο διάολο κατάφεραν να περάσουν οι άντρες του Ντόιλ τους δικούς μας;» φωνάζω βρίζοντας παράλληλα στα ιταλικά στο τηλέφωνο καθώς είμαι εκτός ελέγχου.

Ακούω τον συνομιλητή μου που κομπιάζει όσο μιλά. Καθυστερεί να δώσει καθαρές εξηγήσεις κι αυτό με κάνει ακόμα πιο έξαλλο. Λέει ασυναρτησίες. Κουνάω το κεφάλι μου αγανακτισμένος. Ο τύπος δεν έχει τον Θεό του. Λέει τις μεγαλύτερες μαλακίες του αιώνα για να σώσει το τομάρι του και μην τον πάρει η μπάλα μαζί με τους άλλους που ξέρουν πως θα τιμωρηθούν.

Τον αφήνω να πει ότι έχει να πει χωρίς να επέμβω και όταν τελειώνει παίρνω τον λόγο, του φωνάζω να βρει γρήγορα μια λύση πριν φτάσω εκεί και τους πάρει όλους ο διάολος.

«Μείνε ήσυχος αφεντικό. Θα το φροντίσω» μου λέει δειλά.

«Το καλό που σου θέλω» του φωνάζω και του το κλείνω στα μούτρα.

Πραγματικά έχω απίστευτα νεύρα. Σφίγγω τόσο δυνατά το κινητό μέχρι που ακούω ένα κρακ. Είμαι σίγουρος πως μόλις έσπασα την προστατευτική του θήκη. Νιώθω ένα τσούξιμο στο χέρι που επιβεβαιώνει τις υποψίες μου. Ανοίγω την παλάμη μου και βλέπω ένα μικρό πλαστικό κομμάτι να έχει σπάσει. Το τσούξιμο επιμένει καθώς έχει γδάρει βαθιά και άσχημα το δέρμα μου.

«Γαμώ το κέρατο μου» φωνάζω δυνατά. Πετάω την συσκευή στο πάτωμα και με το άλλο μου χέρι πιάνω ένα μαντίλι από την τσέπη του σακακιού μου για να καθαρίσω το αίμα που τρέχει τώρα από το κομμένο δέρμα μου.

Τέλεια. Αυτό μου έλειπε τώρα, σκέφτηκα, να τρέχω για ράμματα. Παίρνω το μπουκάλι με την βότκα από το μπαρ που είναι δίπλα μου και ρίχνω λίγο αλκοόλ επάνω στο κόψιμο για να την απολυμάνω κι ύστερα δένω το μαντίλι γύρω της. Ας ελπίσω πως η πληγή θα κλείσει από μόνη της και δεν θα χρειαστεί να φωνάξω κάποιον να την περιποιηθεί και το κυριότερο να έχω να δώσω εξηγήσεις.

Ερωτική ΕπιθυμίαWhere stories live. Discover now