Συγγένεια

2.6K 211 12
                                        

  Ήταν νωρίς το απόγευμα της επόμενης ημέρας όταν χτύπησε το κουδούνι της μονοκατοικίας που έμενε η θεία της η Μαριλένα.
   Η θεία της είχε παντρεύει και είχε φύγει στην Αμερική πριν χρόνια,όταν ακόμη ο πατέρας της Νόρας δούλευε στη ταβέρνα που είχε ανοίξει.
  Ήταν ακόμη νέα κοπέλα όταν ο άντρας της σκοτώθηκε σε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα και επέστρεψε από την Αμερική με μια μικρή περιουσία και με τη διάθεση να περάσει ήσυχα την υπόλοιπη ζωή της.
   Επέστρεψε, βρήκε αυτή τη μονοκατοικία στη Κηφισιά και βολεύτηκε από τότε σαν να ζούσε εκεί από πάντα.
  Στον κήπο της φύτευε κάθε λογής λουλούδια, από τριαντάφυλλα και ζουμπούλια μέχρι χρυσάνθεμα και πανσέδες.Η κηπουρική ήταν η αδυναμία της και ήταν και η διαφυγή της από το άγχος των επιχειρήσεων καθώς ήταν πολύτιμη βοηθός της Νόρας από τότε που ο πατερας της πέθανε.
  Έμοιαζε πολύ με τον αδερφό της η θεία Μαριλένα μόνο που εκείνη διέθετε και μια δυνατή, πολύ πιο αισιόδοξη πλευρά. Ήταν από τους ανθρώπους που μπορούσε να σε τραβήξει από το βάλτο και με δύο καλές συμβουλές να σε βγάλει και πάλι στο φως.
   Τώρα την ώρα που βάδιζε προς το σπίτι της η Νόρα ένιωσε πραγματικά πως επιτέλους ήταν πάλι πίσω στην οικογένεια της. Ήξερε πως η θεία της μπορούσε να κρατήσει μυστικά, να δει τα πράγματα πιο καθαρά από την ίδια και να τη βοηθήσει με αγάπη.
   Χτύπησε τη βαριά, καφετιά πόρτα με το ρόπτρο και καλού κακού πάτησε και το κουδούνι. Ολα καλά της θείας αλλά μερικές φορές δεν άκουγε τους διαπεραστικούς ήχους.
  Μετά από κάνα δυο λεπτά, η πόρτα άνοιξε και μπροστά της η θεία της έμοιαζε να είναι πολύ πιο φρέσκια και κεφάτη από ο, τι η ίδια που είχε τα μισά της χρόνια. Η Νόρα ένιωθε τόσο απότομα γερασμένη που σκέφτηκε πως μόνο να κερδίσει είχε από την διάθεση της θείας της.
Η Μαριλένα φορούσε ένα υφασμάτινο μπεζ παντελόνι λίγο παλιό και λερωμένο με λίγο χώμα στα μπατζάκια. Από πάνω ένα μπλουζάκι με γιακά σε στυλ polo που κι αυτό έμοιαζε έτοιμο να διαλυθεί. Στο κεφάλι της φόραγε ένα μικρό ψάθινο καπέλο, μέσα από το οποίο ξεπηδούσαν τούφες τούφες από τα καστανά σγουρά μαλλιά της. Προφανώς έκανε δουλειές στη πίσω αυλή γι'αυτο και αυτή η αμφίεση.
  "Κοριτσάκι μου, ήρθες!! Συγγνώμη για την εμφάνιση αλλά μου έφερε η Σάντρα κάτι υπέροχες τριανταφυλλιές από το ταξίδι της στο Ναύπλιο και έπρεπε οπωσδήποτε να τις φυτέψω, δε κρατιόμουν" έμοιαζε με άτακτο κορίτσι που το είχαν πιάσει να κάνει σκανδαλιά.
  Την αγκάλιασε χωρίς να την ακουμπήσει για να μη τη λερώσει και να της έδωσε ένα πεταχτό φιλί. Μοσχοβόλαγε πούδρα και τριαντάφυλλο και χαμογέλασε στη σκέψη πως ο πατέρας της μερικές φορές τη πείραζε που ήταν τόσο κοκέτα αλλά αρνιόταν πεισματικά να ξαναπαντρευτεί.
   Μπήκαν μέσα στο σπίτι που έμοιαζε κι αυτό να αντικατοπτρίζει το χαρακτήρα της θείας της. Λίγα έπιπλα, απαλές αποχρώσεις, πολλά λουλούδια στα βάζα. Στη κουζίνα μοσχοβόλαγε κάτι που η Νόρα μάντεψε πως ήταν η αγαπημένη της καρυδόπιτα και από μέσα της ευχαρίστησε το Θεό που υπήρχε αυτή η γυναίκα.
  "Θες να κάτσουμε στο κήπο; Άλλαξα τα έπιπλα και είναι τρέλα, είμαι σίγουρη πως θα το λατρέψεις. Πήγαινε να βολευτείς και εγώ πάω μια στιγμή να αλλάξω γιατί σε αυτή τη κατάσταση δε μπορώ να κάτσω πουθενά, θα τα λερώσω όλα" είπε βιαστικά και πήγε προς τη σκάλα για να ανέβει στο δωμάτιο της.
   Η Νόρα προχώρησε στο τόσο γνωστό της σπίτι, προσπέρασε το σαλονάκι της θείας της με τους λουλουδάτους καναπέδες και βγήκε από τις ανοιχτές μπαλκονόπορτες στο πίσω κήπο.  
   Ο πίσω κήπος ήταν φυσικά πιο μικρός από το εντυπωσιακό μπροστινό τμήμα αλλά ήταν εξίσου φροντισμένος. Η Νόρα μπορούσε να δει που είχε τοποθετήσει η θεία της τις νέες γλάστρες κοντά στο πετρόχτιστο τοίχο. Ήδη στα αριστερά του κήπου, μια φωτεινή, ροζ μπουκαμβίλια σκαρφαλώνε τολμηρά στον τοίχο και έμοιαζε σαν να θέλει να γεμίσει με τα λουλούδια της όλο το σπίτι.
  Η Νόρα τράβηξε με το ζόρι τα μάτια της από το εντυπωσιακό φυτό και προχώρησε προς το καινούργιο σαλόνι κήπου που είχε αγοράσει η θεία της. Όμορφα ξύλινα έπιπλα σε ένα ξεθωριασμένο απαλό καφέ με μαξιλαράκια σε μπορντό αποχρώσεις την υποδέχτηκαν και με την άνεση που της έδινε η σχέση της με τη θεία, βολεύτηκε στο μεγάλο καναπεδάκι.
  Δε πέρασαν πέντε λεπτά και η θεία της εμφανίστηκε κρατώντας ένα δίσκο με μια πιατέλα με κομμάτια καρυδόπιτας, πιατάκια πορσελάνης και ένα ποτήρι βυσσινάδα. Είχε αλλάξει και είχε πλύνει το πρόσωπο της αλλά συνέχιζε να έχει αυτή τη καλή διάθεση που έμοιαζε να την ακολουθεί παντού.
"Έλα, έφτιαξα τα αγαπημένα σου σήμερα. Ευτυχώς που είναι Κυριακή και δεν είμαι στη δουλειά γιατί όπως καταλαβαίνεις θα σε κερνούσα καφέ μόνο και τίποτα ετοιματζίδικο" είπε με ύφος που θύμισε στην Νόρα πόσο απεχθανόταν η θεία της τον καφέ και τα έτοιμα γλυκά.
" Πραγματικά θεία μου ο, τι και να μου έφερνες θα το καλοδεχόμουν. Είμαι τόσο εξουθενωμένη από το ταξίδι που πραγματικά δε θα σου παραπονιόμουν. Είναι λες και επέστρεψα στο παράδεισο" είπε στη θεία της και τα μάτια της πέρασαν με αγάπη  από κάθε σημείο της αυλής.
"Άστα αυτά παλιοκόριτσο! Τόσες μέρες στη Σύρο, ένα τηλέφωνο στη θεία σου δε πήρες "της παραπονέθηκε και της χαμογέλασε τρυφερά.
" Πέρασες καλά τουλάχιστον;"
" Δε μπορώ να πω ότι διασκέδασα και πολύ... Πιο συγκεκριμένα ήταν ένας εφιάλτης" απάντησε η Νόρα και προσπάθησε να χαμογελάσει αλλά ήδη είχε αρχίσει να φεύγει η επίδραση του φωτεινού κόσμου της θείας της και να θυμάται πάλι όσα πέρασε.
" Φαντάζομαι πως είδες τη μητέρα σου, ετσι; Για πες μου πως τα πήγατε; " ρώτησε σε ουδέτερο ύφος και η Νόρα αναρωτήθηκε ποια να ήταν η πραγματική γνώμη της θείας της από το λίγο που γνώρισε την Ελένη προτού φύγει στην Αμερική.
  "Δε ξέρω θεία.. Είμαι πολύ μπερδεμένη. Στην αρχή πίστευα πως θα μπορούσαμε να τα πάμε καλά αλλά μετά έγιναν πολλά. Κληρονόμησα την γιαγιά μου που όπως φαίνεται ήταν πάμπλουτη, η μητέρα μου ήθελε και αυτή τη περιουσία και γενικά μου έχει πει ένα σωρό ψέματα " οι λέξεις έφευγαν από το στόμα της μπερδεμένες μέχρι που κοίταξε τη θεία της και είδε την απορία στο πρόσωπο της. Έπειτα συνειδητοποίησε πως η Μαριλένα δε γνώριζε τίποτα από όσα είχαν συμβεί αυτές τις ημέρες ούτε καν τι ακριβώς είχε συμβεί πριν τέσσερα χρόνια με τον Μάνο.
"Μικρή είμαι μια μεγάλη γυναίκα και θέλω το χρόνο μου. Αυτά τα γρήγορα δεν τα καταλαβαίνω. Ξεκίνα και πες μου την ιστορία από την αρχή. Έχουμε χρόνο άλλωστε" της είπε με αυτή την ηρεμία στη φωνή της που πάντα κατάφερνε να τη γαληνεύει.
  Έτσι η Νόρα ξεκίνησε την ιστορία της από την αρχή. Και πιο συγκεκριμένα από τότε που γνώρισε το Μάνο στη Θεσσαλονίκη. Φυσικά η θεία της ήξερε για τον Μάνο αλλά ήθελε να της εξηγήσει το ψέμα της μητέρας της, την επέμβαση της.
  Έπειτα της διηγήθηκε όσα όλα διαδραματίστηκαν στη Σύρο τις τελευταίες ημέρες. Όσα έμαθε η ίδια και όσα ανακάλυψε ο Μάνος για την μητέρα της και όσα είχε συννενοηθεί με την Ευρυδίκη από το παλιό κινητό που έψαξε ο Μάνος.
  Η θεία της την άκουγε προσεχτικά χωρίς να λέει κουβέντα. Μόνο μερικές φορές όσο η Νόρα διηγούνταν την ιστορία της, εκείνη έσφιγγε νευρικά τις παλάμες της.
  Όταν η Νόρα της είπε όλα, ένιωσε κατά παράξενο τρόπο πολύ καλύτερα, σαν να είχε μοιραστεί επιτέλους αυτό το ασήκωτο βάρος.
  "Κοριτσάκι μου, λυπάμαι για όλα αυτά. Εν μέρει κατηγορώ τον εαυτό μου που σε άφησα να πας χωρίς να σε προειδοποιήσω. Αλλά σκέφτηκα πως είχαν περάσει τόσα χρόνια από τότε που την είδα τελευταία φορά, οι άνθρωποι αλλάζουν. Άλλωστε ήθελα να γνωρίσεις μόνη σου τη μητέρα σου και όχι να πας εκεί με τα δικά μου λόγια στο μυαλό σου. Συγγνώμη "η θεία της τη κοίταζε με ένα πραγματικό πονεμένο ύφος και έμοιαζε πραγματικά στεναχωρημενη.
" Τι εννοείς να με προειδοποιήσεις;
"Πως είναι από εκείνες τις γυναίκες που τα κάνουν όλα άνω κάτω. Που δεν ηρεμούν ποτέ, που ζουν μέσα από την αναμπουμπούλα και τη κακία "πέταξε τα λόγια βιαστικά η θεία της και η Νόρα ήξερε πόσο δύσκολο ήταν για εκείνη να μιλάει άσχημα για άλλους ανθρώπους.
" Είχε κάνει κάτι σε σένα; "
" Φυσικά! Με απομόνωσε από τον πατέρα σου και όσο ήταν μαζί του έβαζε συνέχεια λόγια. Κακίες και μόνο κακίες. Πως τον εκμεταλλευόμουν πως ήθελα μόνο να τον έχω από κοντά για να με βοηθάει οικονομικά.. Το αστείο ήταν πως ήμασταν όλοι φτωχοί, δε ξέρω τι στο καλό εννοούσε με αυτά που έλεγε. Αλλά στο τέλος ο Αντρέας αν και δεν είχαν πολλά λεφτά αναγκάστηκε να φύγει από το πατρικό μας που ζούσα εγώ με τη μητέρα μας και να νοικιάσει ένα σπίτι για εκείνον και την Ελένη. Το αρχικό σχέδιο ήταν να παντρευτούν και να ζήσουν λίγο μαζί μας μέχρι να ορθοποδήσουν αλλά φυσικά η Ελένη δε μπορούσε να αντέξει. Ήθελε να μη μας έχει μέσα στα πόδια της. Φυσικά νιόπαντρη ήταν δε θα τη κατηγορούσα αν ήταν πιο διακριτική αλλά όσα είπε για μένα και τη μητέρα μας στον Ανδρέα, δε της τα συγχώρεσα ποτέ "απάντησε πικραμένη και η Νόρα διαπίστωσε πως υπήρχε και μια πλευρά της Μαριλένας που δε  τη γνώριζε. Αυτή που θυμόταν παλιές εποχές και λυπόταν για όσα είχαν πάει στραβά.
Είπαν μερικά πράγματα ακόμη αλλά η θεία της ήξερε που το πήγαινε η Νόρα. Ήξερε πως την απασχολούσε το θέμα του Μάνου και το αν ήταν αδέρφια.
"Θες να ελέγξεις τη συγγένεια μας, σωστά;"
"Έτσι ακριβώς. Θα κλείσουμε ραντεβού στο καλύτερο εργαστήριο εξέτασης dna και θα κάνουμε το τεστ θείας - ανιψιάς. Θέλω να ξεκαθαρίσει αυτή η υπόθεση γιατί θα τρελαθώ... Θα με βοηθήσεις;" τη ρώτησε ενώ δάκρυα άρχισαν να κυλάνε από τα μάτια της.
" Φυσικά χαζούλα μου "της είπε η θεία της και την έκλεισε στην αγκαλιά της." Θα δεις που όλα θα φτιάξουν, μη στεναχωριέσαι "της μουρμούρισε παρηγορητικά και αφού η Νόρα σκούπισε τα μάτια της, η θεία της έσπρωξε προς το μέρος της το πιάτο με τη καρυδόπιτα:
"Άντε να δω το κορίτσι μου να τρώει τώρα!" της χαμογέλασε με έναν τρόπο που έκανε τη Νόρα να σκεφτεί πως αυτή η γυναίκα ήταν πολύ περισσότερο μητέρα της από ο, τι θα μπορούσε ποτέ να είναι η Ελένη.

(καλησπέρα 🌹 🌹 Νέο κεφάλαιο! Γνωρίσαμε και τη θεία! Πως σας φάνηκε; Εγώ τη λάτρεψα! Για να δούμε τι θα γίνει λοιπόν παρακάτω! Τα ξαναλέμε στο επόμενο κεφάλαιο!!

Ααααα δε σας είπα, πλησιάζουμε τις 3000 προβολές μέσα σε ένα 1,5 μήνα και λιγότερο οπότε σας ευχαριστώ πολυυυ πολύ ❤️ ❤️ ❤️

 

Αγάπης πόλεμοςWhere stories live. Discover now