Ήταν η δεύτερη φορά που έφτανε στο αεροδρόμιο της Σύρου. Είχε αφήσει την Αθήνα βιαστικά. Η βαλίτσα της την περίμενε στο αυτοκίνητο όσο αυτή έπαιρνε τα αποτελέσματα από το κέντρο που είχαν κάνει την εξέταση dna με τη θεία της. Είχε πάρει το φάκελο με τα αποτελέσματα χωρίς να ρωτήσει λεπτομέρειες γιατί δεν ήθελε να μάθει την αλήθεια όσο ήταν μόνη της. Έβαλε τον φάκελο μέσα στη τσάντα της και μπήκε βιαστικά στο αμάξι της για να ξεκινήσει για το αεροδρόμιο.
Η ημέρα στη Σύρο ήταν λαμπερή και ηλιόλουστη. Εκείνη ένιωθε όμως τα αποτελέσματα να καίνε μέσα στη τσάντα της. Ήθελε να δει τι είχε δείξει το τεστ dna αλλά ήθελε να είναι μαζί με τον Μάνο όταν θα το διάβαζε.
Δεν είχε σκοπό να αργήσει πολύ, ήθελε να μάθει και να τελειώσει με αυτό το θέμα. Ήθελε να ξέρει αν μπορούσε να έχει τον Μάνο και πάλι δικό της ή αν η σκιά της συγγένειας τους θα έπεφτε πάνω τους για να τους τσακίσει.
Στο διάστημα που είχε λείψει, είχε λάβει ένα σωρό κλήσεις από τη μητέρα της που την αναζητούσε προφανώς, καθώς είχε φύγει χωρίς να ειδοποιήσει κανέναν.
Η διαδικασία της ήταν γνωστή καθώς είχε βρεθεί και πάλι στο αεροδρόμιο της Σύρου κι έτσι κάλεσε ένα ταξί από τα τηλέφωνα που βρήκε στο Internet του κινητού της.
Όταν ο ταξιτζής έφτασε, η Νόρα φόρτωσε τη βαλίτσα της στο φορτ παγκαζ και έκατσε δίπλα στη θέση του συνοδηγού. Το ραδιόφωνο έπαιζε κεφάτα λαϊκά τραγούδια και ο ταξιτζής είχε όρεξη για κουβέντα. Η Νόρα απαντούσε χαλαρά στις ερωτήσεις του και διασκέδαζε με τη συζήτηση. Η αλήθεια είναι πως σε άλλη χρονική στιγμή μια συζήτηση στο ταξί θα της προκαλούσε εκνευρισμό αλλά σήμερα ένιωθε κατά κάποιο τρόπο πιο ανάλαφρη. Θα έλυνε ένα μεγάλο θέμα και όσο άγχος και αν είχε, τουλάχιστον ήξερε πως έκανε τα απαραίτητα βήματα για να μάθει την αλήθεια.
Θα πήγαινε στο ξενοδοχείο της να ταχτοποιηθεί και έπειτα θα τηλεφωνούσε στον Μάνο για να βρεθούν και να διαβάσουν μαζί τα αποτελέσματα του τεστ dna.
Ο παραλιακός δρόμος του λιμανιού ήταν γεμάτος κόσμος καθώς ήταν η ώρα που έφτανε και το πλοίο από την Αθήνα. Άνθρωποι έτοιμοι για τις καλοκαιρινές τους διακοπές χάζευαν τις ομορφιές του νησιού και αναζητούσαν με τα μάτια τους ταξί για να τους μεταφέρει στα ξενοδοχεία τους.
Το ταξί κινήθηκε αργά καθώς ο δρόμος ήταν γεμάτος αυτοκίνητα αλλά ευτυχώς το ξενοδοχείο ήταν κοντά. Ήταν το ίδιο ξενοδοχείο των δύο κοριτσιών, που ευτυχώς αν και είχε ζητήσει δωμάτιο τελευταία στιγμή, της είχαν κάνει κράτηση και πάλι.
Καθώς ανέβαιναν προς τη πλατεία Μιαούλη χτύπησε το τηλέφωνο της και είδε τον αριθμό της θείας της να αναβοσβήνει στην οθόνη.
Το απάντησε αμέσως και μίλησε για λίγο μαζί της. Της είχε τηλεφωνήσει κυρίως για να μάθει αν είχε πάρει τα αποτελέσματα και αν είχε φτάσει καλά. Ήταν όπως πάντα αισιόδοξη και κεφάτη και αφού της έστειλε φιλιά, την έκλεισε γιατί ήταν ήδη στην εταιρεία και ήθελε να μιλήσει με έναν από τους λογιστές τους.
Δεν άργησαν να φτάσουν στο ξενοδοχείο όπου και ταχτοποίηθηκε πολύ γρήγορα. Αυτή τη φορά δεν ένιωθε σαν απλή τουρίστρια ούτε καν σαν ένα κορίτσι χαμένο σε έναν άγνωστο κόσμο. Η Σύρος κύλαγε στο αίμα της και ο, τι και αν είχε στο μυαλό της η μητέρα της, αυτό δεν έσβηνε το γεγονός πως ήταν μισή Συριανή.
Έκανε το καθιερωμένο της ντους και έπειτα αφού φόρεσε το λευκό, μυρωδάτο μπουρνούζι της κάλεσε τον Μάνο στο κινητό.
Της απάντησε αμέσως και ακουγόταν πολύ αγχωμένος όταν του είπε πως είχε τα αποτελέσματα και ήθελε να βρεθούν για να τα δουν μαζί. Συμφώνησαν να περάσει από το ξενοδοχείο της αυτός μόλις ετοιμαζόταν. Η αλήθεια είναι πως προτιμούσε να τον δει στο δωμάτιο της, ήσυχα μακριά από αδιάκριτα βλέμματα. Δεν ήταν μια απλή συνάντηση και για πρώτη φορά συνειδητοποίησε πως ίσως θα ήταν η τελευταία φορά που θα μπορούσε να δει τον Μάνο ερωτικά και να τον περιμένει ανυπόμονα.
Η σκέψη πως ίσως να ήταν αδέρφια, την απέτρεψε από το να ενδιαφερθεί ιδιαίτερα για την εμφάνιση της. Έτσι φόρεσε ένα απλό μακό φόρεμα σε γαλάζια απόχρωση και δεν φόρεσε παπούτσια, έμεινε με τις σαγιονάρες της. Στο κάτω κάτω της γραφής δεν ήταν ραντεβού, ήταν μια συνάντηση από την οποία εξαρτιόταν η ζωή της.
Χτένισε τα βρεγμένα μαλλιά της και άρχισε να νιώθει τη ταραχή να αυξάνεται όσο η ώρα περνούσε. Περίπου μια ώρα μετά, το εσωτερικό τηλέφωνο του δωματίου χτύπησε και την ειδοποίησαν από τη ρεσεψιόν πως τη ζητούσε ο Μάνος.
Του άνοιξε την πόρτα και εκείνος μπήκε νιώθοντας φανερά άβολα. Ήταν τόσο φανερό πως και οι δύο ένιωθαν αμήχανα στη σκέψη πως ίσως να ήταν αδέρφια ενώ το μόνο που ένιωθαν ήταν τρομερή ερωτική έλξη.
Χαιρετήθηκαν δίνοντας τα χέρια και η παγωμάρα δεν έλεγε να σπάσει.
"Πως ήταν το ταξίδι;" ρώτησε τυπικά ο Μάνος έτσι για να πει κάτι.
"Ήσυχα ευτυχώς" απάντησε λακωνικά εκείνη.
"Η Ελένη με ρώτησε αν είχα μιλήσει μαζί σου. Είχε ανησυχήσει που έφυγες, υποτίθεται" σχολίασε ο Μάνος και δε μπορούσε να κρύψει την αντιπάθεια που ένιωθε για την μητριά του.
"Ναι ανησύχησε προφανώς που έφυγα και δε μπορούσε να με φλομώσει στο ψέμα... Θα δω τι θα κάνω και με αυτήν.. Η Ευρυδίκη εμφανίστηκε; "
" Ναι με πήρε τηλέφωνο χτες βράδυ και ακουγόταν πιο ήρεμη. Μου είπε πως ήθελε να μιλήσουμε όταν θα έχω λίγο χρόνο. Της είπα πως θα το δούμε το Σαββατοκύριακο γιατί ήθελα πρώτα να βρεθώ μαζί σου και να ξέρω τι μου γίνεται. Δε μπορώ να έχω τόσα ανοιχτά μέτωπα" είπε ο Μάνος πικρά. Έμοιαζε να έχει χάσει τη γνωστή του αυτοπεποίθηση, η κακή του διάθεση τον έχει νικήσει κατά κράτος.
" Λες να μείνει με τον Πιέρο; " ρώτησε η Νόρα που περισσότερο από άγχος προσπαθούσε να σπρώξει τη συζήτηση. Στη σκέψη πως έπρεπε να ανοίξει τον φάκελο και ίσως να ξεχάσει για πάντα αυτό που ένιωθε για τον Μάνο, μούδιαζε ολο της το σώμα.
"Ειλικρινά Νόρα αυτή τη στιγμή δεν θέλω να μιλήσω για κανέναν από αυτούς. Θέλω να μιλήσουμε για εμάς. Φέρε τον φάκελο, να τελειώνουμε με αυτό το μαρτύριο" την παρότρυνε και η Νόρα απρόθυμα, έβγαλε τον φάκελο από τη τσάντα και τον κράτησε στα χέρια της που έτρεμαν.
" Λοιπόν ότι και αν είναι θα το αντιμετωπίσουμε μαζί. Εντάξει; Θέλω να είσαι δυνατή "την έπιασε από τους ώμους και την κράτησε τρυφερά. Της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και της χάιδεψε τα μαλλιά. Η Νόρα έβλεπε ξεκάθαρα την αγάπη του τώρα.. Πως είχε καταφέρει να τη κρατήσει κρυφή τόσο καιρό;
Η Νόρα κούνησε το κεφάλι της καταφατικά και πήρε μια βαθιά ανάσα. Άνοιξε τον φάκελο και τράβηξε το χαρτί που περιείχε. Τα μάτια της διέτρεξαν προσεχτικά το κείμενο κατεβαίνοντας σταδιακά τις γραμμές.
Ο Μάνος την κοιτούσε με κομμένη την ανάσα και περίμενε να ακούσει από τα χείλη της το αποτέλεσμα.
Όταν η Νόρα τελείωσε το διάβασμα, σωριάστηκε στο κρεβάτι και όλη αυτή η ένταση των τελευταίων ημερών, ίσως και των τεσσάρων αυτών χρόνων ξεχείλισε από μέσα της.. Ξέσπασε σε λυγμούς ενώ όλο της το σώμα έτρεμε.
"Πες μου σε παρακαλώ, θα πεθαίνω από την αγωνία μου" της ψιθύρισε ο Μάνος αγκαλιάζοντας την.
"Η Μαριλένα είναι θεία μου. Είναι θεία μου Μάνο! Η Ελένη είπε ψέματα! Δεν είμαστε αδέρφια" του φώναξε μέσα από δάκρυα χαράς και ο Μάνος δε μπορούσε να πιστέψει όσα άκουγε.
Το χρώμα επέστρεψε στο πρόσωπο του και για πρώτη φορά είδε το πρόσωπο του να λάμπει από αληθινή χαρά.
" Αγάπη μου" της ψιθύρισε και την αγκάλιασε ακόμη πιο έντονα.
" Τώρα μπορώ να σε φιλήσω χωρίς να τρέμω ολόκληρος από τις τύψεις" της είπε και έσκυψε προς το μέρος της. Και οι δύο τους προσπαθούσαν να συνειδητοποιήσουν πως ήταν ελεύθεροι από αυτό το βάρος που είχε προστεθεί στην αγάπη τους χρόνια πριν από την Ελένη.
Φιλήθηκαν με πάθος και τα σώματα τους έμοιαζε να θυμούνται πως κάποτε είχαν πλαστεί για να είναι μαζί.
Δε μπορούσαν να σταματήσουν να φιλιούνται και σύντομα ο Μάνος τη πήρε στην αγκαλιά του και έπειτα γυμνοί και οι δύο κυλίστηκαν στα κατάλευκα σεντόνια και παραδόθηκαν στο συναίσθημα που τους έκαιγε σαν πύρη τόσο καιρό, χωρίς να νοιάζονται πια για τίποτα πέρα από την αγάπη τους.
Όλα τα άλλα θα τα αντιμετώπιζαν αφού χόρταιναν ο ένας τον άλλον.
(καλησπέρα 🌹 Επιτέλους αυτά τα δύο αγαπημένα μου μπήκαν στο σωστό δρόμο γιατί τα ταλαιπώρησα στα προηγούμενα κεφάλαια. Σας άρεσε η εξέλιξη; Περιμένω τα σχόλια σας και στα επόμενα κεφάλαια έχουμε να δούμε τι θα γίνει με τους υπόλοιπους. Μέχρι τότε, φιλιάαα)
YOU ARE READING
Αγάπης πόλεμος
ChickLitΗ Νόρα ταξιδεύει στο μαγικό νησί της Σύρου έχοντας μια πληγή στη καρδιά, τον Μάνο. Ένα ταξίδι που ξεκινάει σαν μια οικογενειακή επανένωση, σύντομα θα καταλήξει σε ένα αίνιγμα στο κέντρο του οποίου θα βρεθεί η ερωτευμένη Νόρα.
