Στη "Σύρα"

3.3K 271 16
                                        

Έφτασε στη ταβέρνα ελαφρώς αργοπορημένη. Τους είδε καθώς βάδιζε προς την είσοδο, να είναι όλοι μαζεμένοι και να συζητάνε. Ήταν 1 το μεσημέρι και ο χώρος  έσφυζε από ομιλίες, γέλια και κεφάτες κουβέντες.
Στα διπλανά τραπέζια τουρίστες δοκίμαζαν τα νοστιμιά πιάτα της "Σύρας".
Όταν πλησίασε είδε πως στο τραπέζι καθόταν η μητέρα της, και ο σύζυγος της που τον αναγνώρισε από τη φωτογραφία με το έντονο βλέμμα και το ελαφρώς πεταχτό πηγούνι.
Διπλα τους η "αδερφή" της, ένα κορίτσι γύρω στα 12 με σγουρά καστανά μαλλιά και αμυγδαλωτά μάτια, καθόταν ήσυχο χωρίς να πολυμιλάει.
Και τέλος ο Μάνος. Ήταν όπως το θυμόταν, ίσως μόνο πιο γοητευτικός. Τα 4 χρόνια που είχαν περάσει, του είχαν δώσει στο πρόσωπο έναν αέρα ενηλικίωσης και τα χαρακτηριστικά του φαίνονταν πιο τονισμένα, πιο έντονα σαν να είχαν σμιλευτεί από τον καιρό . Τα ίδια γκρι μάτια που θυμόταν και το ίδιο χαμόγελο.
Το χαμόγελο δε προοριζόταν για εκείνη γιατί ακόμη δεν την είχε εμφανιστεί στο οπτικό τους πεδίο.
Κάτι συζητούσε με μια μεσήλικη γυναίκα που στεκόταν όρθια δίπλα στο τραπέζι τους κρατώντας ένα δίσκο. Υπέθεσε πως αυτή ήταν η αδερφή του άντρα της μητέρας της, που είχε τη ταβέρνα.
Πήρε μια ανάσα και βάδισε με γρήγορο βήμα προς το τραπέζι τους.
Πρώτη την είδε η μητέρα της και σηκώθηκε κάνοντας της νόημα να ρθει κοντά τους.
Οι υπόλοιποι γύρισαν και τη κοίταξαν όπως κοιτάμε κάποιον που ξέρουμε πως θα αλλάξει τη ζωή μας χωρίς να αντιλαμβανόμαστε ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο θα το κατορθώσει.
Γύρισε και έριξε μια ματιά στον Μάνο και τότε κατάλαβε. Εκείνος ήξερε. Δεν είχε καμία φανερή αντίδραση, ούτε έδειχνε έκπληκτος. Ίσως είχε δει κάποια φωτογραφία της ή κάτι σχετικό αλλά σίγουρα η αντίδραση του φανέρωνε πως ήταν προετοιμασμένος.
"Πόσο χαίρομαι που ήρθες. Έλα κάθισε, σε περιμέναμε" είπε η μητέρα της και ξεκίνησε να της συστήνει τους υπόλοιπους.
Αφού συστήθηκε με όλους, έφτασε και η ώρα του Μάνου.
"Από εδώ ο γιος του Δημήτρη, ο Μάνος" είπε η μητέρα της χαμογελώντας και η Νόρα έδωσε το χέρι της.
Εκείνος το κράτησε λίγο παραπάνω και αφού είπε ένα "χαίρω πολύ" πήρε το χέρι του και έκατσε πάλι στη θέση του.
Θα πίστευε κανείς πως πραγματικά δε γνωρίζονταν όπως χαιρετήθηκαν ψυχρά και αδιάφορα σαν να ήταν ξένοι.
Όταν κάθισαν, παρήγγειλαν στη Στέλλα, την αδερφή του Δημήτρη και έπειτα εκείνη έφυγε για τη κουζίνα.
"Πώς τα πέρασες σήμερα το πρωί, μέχρι να έρθεις εδώ; Έκανες καμία βόλτα ή ξεκουράστηκες;" ρώτησε η μητέρα της για να σπάσει το πάγο σε μια συγκέντρωση που όλοι ένιωθαν ελαφρώς αμήχανοι, ο καθένας για τους δικούς του λόγους.
"Είχα μια επαγγελματική συνάντηση με έναν τοπικό παραγωγό για να συνεργαστούμε" εξήγησε η Νόρα και έβαλε σε ένα ποτήρι λίγο νερό γιατί είχε διψάσει από το περπάτημα.
"Μου αρέσει πολύ η δουλειά σου. Να γνωρίζεις σε κάθε μέρος ντόπιους παραγωγούς και να εμπορεύεσαι τα προϊόντα τους, τι δημιουργικό "
" Ναι ήταν ιδέα του πατέρα μου " σχολίασε η Νόρα και αμέσως αναθεμάτισε τον εαυτό της που ανέφερε το πατέρα της σε μια στιγμή που η κατάσταση ήταν ήδη άβολη.
" Και τι είδους προϊόντα έχει ο συγκεκριμένος παραγωγός; " ρώτησε ο Δημήτρης
" Αυτός και η οικογένεια του φτιάχνουν μαρμελάδες. Το όνομα του είναι Πιέρος  Καλογήρου. Δεν ξέρω αν τον γνωρίζετε"
"Ξέρω τον πατέρα του, τον Φραγκίσκο. Πολύ καλή οικογένεια. Έχουν καλή φήμη στο νησί. Δουλευταράδες, τίμιοι στις συναλλαγές τους και μετρημένοι. Με το Φραγκίσκο πίνουμε συχνά τον καφέ μας στην Άνω Σύρα. " σχολίασε ο Δημήτρης και χαμογέλασε.
" Νομίζω πρέπει να έχω δει τον γιο του. Είναι ένα παιδί με πολύ ξανθιά μαλλιά που μοιάζει με Σουηδό; "ρώτησε η Ελένη και ήπιε λίγη ρετσίνα από το ποτηράκι που είχε μπροστά της.
" Ναι αυτός πρέπει να είναι. Πολύ ξανθιά μαλλιά και πολύ πράσινα μάτια" γέλασε η Νόρα.
" Όμορφο παιδί, διαφορετικό "σχολίασε η μητέρα της και γύρισε προς το μέρος του Μάνου
" Δεν ήταν συμμαθητής σου; Ή θυμάμαι λάθος"
"Καλά θυμάσαι. Συμμαθητής μου ήταν όντως " σχολίασε λακωνικά ο Μάνος και δεν είπε τίποτα περισσότερο ενώ όλοι περίμεναν κάτι παραπάνω.
"Μου φάνηκε πολύ συννενοήσιμος και λογικός και πιστεψτε με αυτές τις αρετές δε τις συναντάς συχνά στη δουλειά μας"πήρε το λόγο η Νόρα.
" Το πρόβλημα με τον Πιέρο είναι πως πάντα πιστευε πως ήταν  καλύτερος από όλους, διαφορετικός από εμάς.Και αυτά είναι στοιχεία που σίγουρα δεν σε κάνουν συμπαθητικό. Για αυτό θα έλεγα πως είναι κατά βάση σνομπ και μοναχικός . " απάντησε ο Μάνος νευρικά.
" Εμένα πάντως δε μου φάνηκε σνομπ. Ίσα ίσα ήταν πολύ ευγενικός και κάναμε μια ευχάριστη κουβέντα " του απάντησε εκείνη κοιτώντας τον στα μάτια.
"Δεν γνωρίζω τους σκοπούς του αλλά αν φέρεται ευγενικά, σίγουρα θα έχει τους λόγους του. Μη πιστέψεις πως το κάνει πάντως αυθόρμητα" σχολίασε δεικτικα ο Μάνος και για καλη τους τύχη εκείνη την ώρα η Στέλλα και ο σερβιτόρος άρχισαν να φέρνουν τους δίσκους με τα πρώτα ορεκτικά και η κουβέντα για τον Πιέρο ξεχάστηκε.
  Έφαγε τα πεντανόστιμα μεζεδάκια και τις μερακλίδικες νοστιμιές και πραγματικά ένιωσε πως ήταν από τα πιο νόστιμα γεύματα της ζωής της πάρα τις παράξενες συνθήκες.
"Εσύ Μάνο σπούδασες Αθήνα ;," γύρισε εκείνη κάποια στιγμή και τον ρώτησε αδιάφορα σαν να ήταν παλιοί φίλοι που μιλούσαν για πράγματα που πια ήταν ρουτίνα.
"Όχι δεν ήθελα να σπουδάσω στην Αθήνα. Έτσι κι αλλιώς εξαρχής δεν ηξερα καν αν ήθελα να σπουδάσω, με το ζόρι άφησα το νησί " απάντησε αποφεύγοντας να απαντήσει σε αυτό που τον είχε ρωτήσει
"Ο Μάνος σπούδασε γραφιστική στη Θεσσαλονίκη. Είχε εκεί μια ξαδέρφη του ο Δημήτρης και ευτυχώς τον βοήθησε πολύ στην αρχή όταν εγκαταστάθηκε εκεί "μπήκε στη κουβέντα η μητέρα της που προσπαθούσε να "σπρώξει" τη συζήτηση.
"Τι συμπτωση και εγώ στη Θεσσαλονίκη σπούδασα διοίκηση επιχειρήσεων! Υπέροχη πόλη για φοιτητική ζωή, κρίμα που δε το ξέραμε τότε πως έχουμε τέτοια σύνδεση! Θα μπορούσαμε να έχουμε γνωριστεί" χαμογέλασε η Νόρα και ο Μάνος τη κοίταξε με το πρόσωπο του να έχει γίνει μια μάσκα που δεν αποκάλυπτε τίποτα για όσα σκεφτόταν.
" Αλήθεια ήσουν και εσύ στη Θεσσαλονίκη; Τι υπέροχη σύμπτωση! Εγώ δεν έχω καταφέρει να πάω. Σκεφτόμουν πως αν εμενε εκεί ο Μάνος ίσως να πηγαίναμε  κάποια στιγμή να τον επισκεφτουμε αλλά τελικά άλλαξε σχέδια και επέστρεψε εδώ" απάντησε η Ελένη και η Νόρα γέλασε στην ιδέα πως η μητέρα της χωρίς να το ξέρει έδινε ένα σωρό πληροφορίες που ο Μάνος θα ήθελε να αποφύγει.
Ένιωσε να έχει ζεσταθεί από το πολύ φαγητό, τη ρετσίνα και το άγχος και θέλησε να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπο της και να ανασυνταχθεί.
" Συγγνώμη μήπως μπορείτε να μου πείτε που είναι το μπάνιο, να πλυνω λίγο τα χέρια μου; " ρώτησε η Νόρα και σηκώθηκε σαν να τη χτύπησε ρεύμα.
" Έλα, ακολούθησε με,κι εγώ εκεί πηγαίνω" άκουσε το Μάνο να απαντάει καθώς τον είδε να στέκεται όρθιος μπροστά της.
Την έλουσε κρύος ιδρώτας γιατί δεν είχε καμία διάθεση να μείνει μόνη μαζί του αλλά ήξερε πως δε μπορούσε να σχολιάσει τίποτα περισσότερο γιατί η αντίδραση της θα φαινόταν παράξενη  στους υπόλοιπους, οπότε τον ακολούθησε χωρίς να βγάλει άχνα.
Πέρασαν ένα στενό διαδρομάκι στο εσωτερικό του μαγαζιού που οδηγούσε στη κουζίνα και στα δεξιά ανέβηκαν  μια μικρή σκάλα  που οδηγούσε σε μια αποθηκουλα και στις τουαλέτες.
Έκανε ένα βήμα να πάει προς το μπάνιο αλλά ο Μάνος της έπιασε σφιχτά το χέρι με θυμό και τη τράβηξε μαζί του στην αποθηκούλα.

(γειά σας ξανά! Πως σας φάνηκε ο Μάνος; Στο επόμενο κεφάλαιο θα γίνουν πολλά άλλα μέχρι τότε, στείλτε μου σχόλια και αν σας άρεσε περιμένω αστεράκι! 💓)

Αγάπης πόλεμοςDonde viven las historias. Descúbrelo ahora