Μια Συζήτηση Στην Άνω Σύρα

2.7K 216 14
                                        

Η Νόρα βάδιζε βιαστικά στους δρόμους της Ερμούπολης ενώ ταυτόχρονα πατούσε τα πλήκτρα του κινητού της για να καλέσει κάποιον που πίστευε πως ίσως γνώριζε κάτι για το παρελθόν της μητέρας της.
Το τηλέφωνο χτύπησε δύο φορές πριν ακουστεί η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής.
"Γραφείο Επαμεινώνδα Μπελανζέρου, καλησπέρα σας" η γυναικεία φωνή πρέπει να ανήκε προφανώς στη γραμματέα του, εκείνη τη ξανθιά νεαρή κοπέλα που είχε δει τη φορά που είχε βρεθεί στο γραφείο του συμβολαιογράφου.
"Ναι καλησπέρα σας. Είμαι η Ελεονόρα Προδρόμου. Θα μπορούσα να μιλήσω για ένα λεπτό με τον κύριο Μπελανζέρο; ρώτησε βιαστικά και ήλπιζε να ήταν διαθέσιμος ο συμβολαιογράφος για να μάθει αν τελικά ήξερε κάτι από αυτά που την ενδιέφεραν.
" Ένα λεπτό παρακαλώ, να ελέγξω αν είναι διαθέσιμος" απάντησε ευγενικά η γραμματέας και η κλήση μπήκε σε αναμονή.
Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα μέχρι που άκουσε τη βαριά φωνή του συμβολαιογράφου από την άλλη άκρη της γραμμής:
"Παρακαλώ;"
"Κυρίε Μπελανζέρο καλησπέρα σας. Είμαι η Νόρα Προδρόμου η εγγονή της κυρίας Φραγκελινού, δε ξέρω αν με θυμάστε." για μια στιγμή δείλιασε και σκέφτηκε πως ίσως το παρατραβούσε τηλεφωνωντας σε έναν ξένο άνθρωπο για να κάνει τη ντετέκτιβ.
"Φυσικά σας θυμάμαι, δεσποινίς Προδρόμου. Πως είστε; Βρίσκεστε ακόμη στο νησί μας; "η φωνή του ήταν ευγενική και ευχάριστη. Η δουλειά του τον είχε κάνει να είναι υπομονετικός με τους ανθρώπους και δη με τους καλούς πελάτες.
"Ναι βρίσκομαι ακόμη στη Σύρο. Η αλήθεια είναι πως σας τηλεφωνώ με ένα ιδιαίτερο αίτημα που ίσως σας παραξένεψει. Δε ξέρω καν αν γνωρίζετε κάτι γι'αυτο που θα σας ρωτήσω αλλά ήσασταν το μόνο άτομο που μου ήρθε στο μυαλό"
"Παρακαλώ, παρακαλώ πείτε μου και εγώ θα προσπαθήσω να σας φανώ χρήσιμος " τον φαντάστηκε να χαμογελάει ήρεμα πίσω από το ογκώδες γραφείο του.
" Σας ευχαριστώ. Κοιτάξτε έχω ενημερωθεί για κάποια πράγματα που αφορούν την οικογένεια μου και θέλω να ελέγξω κάποια γεγονότα του παρελθόντος. Ήθελα λοιπόν να μιλήσω σε μια εργαζόμενη στο σπίτι της γιαγιάς μου πριν σχεδόν τριάντα χρόνια. Το μόνο που ξέρω είναι πως ήταν μαγείρισσα και πως είχε δύο κόρες που τη βοηθούσαν στο αρχοντικό. Δεν έχω καμία άλλη πληροφορία και το ξέρω πως ήσασταν οικογενειακός φίλος και όχι υπεύθυνος προσωπικού στο σπίτι της γιαγιάς μου αλλά σκέφτηκα πως λόγω της εγγύτητας σας με την οικογένεια μου, ίσως γνωρίζατε κάτι για αυτήν. Που βρίσκεται, αν ζει... "η φωνή της έσβησε σιγά σιγά. Φοβήθηκε μήπως ο συμβολαιογράφος την θεωρήσει τρελή.
" Πράγματι συνήθως εκείνη την εποχή, οι καλές οικογένειες του νησιού (τουλάχιστον όπως θεωρούνταν τότε) δεν είχαν επαφή με το υπηρετικό προσωπικό των άλλων αρχοντικών.
Υπήρχε μια αυστηρή κοινωνική διαστρωμάτωση αλλά είσαστε τυχερή στο συγκεκριμένο θέμα. Τυχαίνει να γνωρίζω τη Μαρίνα. Κι αυτό γιατί, απολύθηκε από τη γιαγιά σας και βρήκε δουλειά λίγο αργότερα στο δικό μας σπίτι σαν μαγείρισσα. Την είχαμε κοντά μας για χρόνια μέχρι που πέθανε η μητέρα μου. Είχε κι αυτή μεγαλώσει οπότε αποφάσισε να σταματήσει πια τη δουλειά. "
  Η Νόρα νιώθει πως επιτέλους κατάφερε κάτι, πως είναι κοντά σε μια αλήθεια που θέλει πολύ να μάθει.
" Και γνωρίζετε αν μένει στο νησί; Μπορώ να την επισκεφτώ; " ρώτησε βιαστικά αλλά ο συμβολαιογράφος της έκοψε τα φτερά.
" Δυστυχώς πέθανε πριν δύο χρόνια από ο, τι έμαθα..Ήταν βλέπετε και μεγάλης ηλικίας"
   Η Νόρα ένιωσε την απογοήτευση να την διαλύει αλλά έπειτα μια ξαφνική ιδέα της ήρθε στο μυαλό.
" Γνωρίζετε αν ζει εδώ στο νησί κάποια από τις κόρες της; Ίσως μάθω από αυτές κάτι "
" Βεβαίως, η Ειρήνη ζει και εργάζεται στην Ερμούπολη και πιστέψτε με είναι μια εξαιρετική γυναίκα. Θα σας βοηθήσει όσο μπορεί, είναι ετσι ο χαρακτήρας της."
  "Πολύ ωραία, σας ευχαριστώ κύριε Μπελανζέρο! Μήπως γνωρίζετε τη διεύθυνση της; " το θεωρούσε λίγο απίθανο αλλά σκέφτηκε να τον ρωτήσει.
" Ναι βέβαια, είχε έρθει πριν λίγο καιρό εδώ για κάποιες περιουσιακές της υποθέσεις και την έχω καταχωρημένη. Θα ψάξω και θα σας πάρω πίσω σε δύο λεπτά " απάντησε ο εξυπηρετικός Επαμεινώνδας Μπελανζέρος και έκλεισε το ακουστικό.
  Η Νόρα έκατσε σε ένα παγκάκι στο λιμάνι και χάζευε ένα παιδάκι που μάθαινε ψάρεμα μαζί με τον παππού του ίσως. Ήταν μια γαλήνια, οικογενειακή στιγμή αλλά η Νόρα ένιωσε ακόμη πιο άσχημα για τη δική της άσχημη μοίρα. Είχε αρχίσει να μετανιώνει για αυτό το ταξίδι. Είχε ξεκινήσει να έρθει με μοναδικό σκοπό να ξαναδεί μια μητέρα που την είχε κάποτε αφήσει και τώρα βρισκόταν σε ένα παγκάκι να ψάχνει το τηλέφωνο μιας άγνωστης γυναίκας. Γιατί τόσο μυστήριο, γιατί τόσα ψέματα....
  Το τηλέφωνο της ξαναχτύπησε και ο Επαμεινώνδας Μπελανζέρος πολύ ευγενικά της έδωσε τη διεύθυνση της Ειρήνης Σαπρά. Τη κατατόπισε για το που περίπου βρισκόταν και έπειτα αφού τον ευχαρίστησε, χαιρετήθηκαν ευγενικά και το έκλεισαν.
   Θα μπορούσε να το αφήσει για την επόμενη ημέρα αλλά την είχε πιάσει μια λύσσα να μάθει τι στο καλό είχε συμβεί.
   Το σπίτι της Ειρήνης βρισκόταν στην Άνω Σύρα γι'αυτο και σηκώθηκε βιάστηκε και έκανε νόημα σε ένα ταξί που περνούσε από μπροστά της.
   Χάζευε έξω από το παράθυρο τη διαδρομή καθώς πρώτη φορά πήγαινε προς την Άνω Σύρα. Τι κρίμα που πήγαινε για κάτι τέτοιο και όχι για μια χαλαρή βόλτα για καφέ και χαλάρωση.
  Σκεφτόταν τι θα έλεγε στη ξένη γυναίκα όταν θα εμφανιζόταν μπροστά της. Πως θα εξηγούσε τα ανεξήγητα. Πότε δεν ήταν ιδιαίτερα κοινωνική και δυσκολευόταν πάντα στη πρώτη επαφή με τους ανθρώπους. Απλώς λόγω της δουλειάς της είχε αναγκαστεί να βελτιώσει αυτή της την αδυναμία αλλά παρέμενε πάντα ενοχλητικό.
  Το ταξί αφού ανέβηκε σταδιακά προς το πάνω μέρος του νησιού, την άφησε εκεί που τελείωνε ο δρόμος και ξεκινούσε η γραφική Άνω Σύρα, με τα στενά της και τα μικρά λευκά σπιτάκια της σαν γνήσιο παιδί των Κυκλάδων.
   Αφού πλήρωσε τον ταξιτζή, βγήκε από το ταξί και προχώρησε προς την είσοδο του οικισμού. Εδώ ήταν ένας άλλος τόπος. μια ραχάτικη νησιωτική πολιτεία που σε καλούσε να ξεχαστείς και να απολαύσεις τις ομορφιές της. Ακολουθούσε τα μικρά στενά χωρίς να έχει ιδέα που πήγαινε καθώς όλα τα σπίτια έμοιαζαν ίδια με τους σοβατισμένους λευκούς τοίχους, τις γαλάζιες πόρτες και τα παράθυρα τα στολισμένα με νοικοκυρεμένες δαντελωτές κουρτίνες.
  Πέρασε το μουσείο του Βαμβακάρη και συνέχισε να ανεβοκατεβαίνει σκαλάκια χωρίς να μπορεί να προσανατολιστεί.
  Για καλή της τύχη, έξω από ένα σπίτι, μια γυναίκα με ένα πράσινο μακό φόρεμα σκούπιζε το κατώφλι της και η Νόρα βρήκε ευκαιρία να τη ρωτήσει για το που βρισκόταν το σπίτι που αναζητούσε.
   Η γυναίκα χαμογέλασε με ένα ζεστό χαμόγελο που έκαναν να φανεί να λευκά σαν διαμαντάκια δόντια της και της έδειξε με το χέρι της το παρακάτω στενό. Έπειτα τη ρώτησε αν ήταν ντόπια και μίλησαν για δύο λεπτά για το πόσο όμορφη ήταν η Σύρος.
  Η Νόρα όμως βιαζόταν κι έτσι τη χαιρέτησε και πήρε το δρόμο για να βγει στο σπίτι της Ειρήνης.
   Βρήκε τελικά το σπίτι που της είχε δείξει η γυναίκα. Ήταν ένα παλιο κτίσμα, βαμμένο κι αυτό σε γαλάζιο και λευκό, με ένα ισόγειο μπαλκονάκι που οδηγούσε στο κατώφλι. Καθαρό, περιποιημένο με μερικές γλάστρες βασιλικού και δυόσμου να σκορπούν ευωδιές.
  Η Νόρα πήρε θάρρος, βαθιά ανάσα και χτύπησε τη πόρτα βιαστικά. Δεν ήξερε αν η γυναίκα θα ήταν μόνη της ή αν θα ήταν με την οικογένεια της. Ήλπιζε μόνο πως θα ήταν διατεθειμένη να μιλήσει μαζί της, να ήταν συννενοήσιμη.
  Η πόρτα άνοιξε σχεδόν αμέσως και στο κατώφλι εμφανίστηκε μια μελαχρινή γυναίκα. Η πρώτη εντύπωση της Νόρας ήταν πως ήταν μια πανέμορφη γυναίκα που ζούσε σε ένα φτωχικό περιβάλλον. Είχε μακρά μαύρα μαλλιά, μάτια μαύρα μεγάλα και έντονα σαν κάρβουνα, μελαμψό δέρμα σαν να είχε φτιαχτεί κάτω από τον ήλιο του μεσημεριού και δύο χείλη που έσμιγαν και τις έδιναν μια νότα σοβαρότητας και συνέπειας ταυτόχρονα.
  "Καλησπέρα, είστε η Ειρήνη;" η Νόρα πάλευε να βρει τις λέξεις καθώς η ξένη γυναίκα τη κοιτούσε παραξενεμένη.
  Θα ήταν κοντά στα 45 αλλά το μακρύ άχαρο φουστάνι της και το κουρασμένο βλέμμα της την έκαναν να μοιάζουν μεγαλύτερη.
"Μάλιστα η ίδια. Εσείς ποια είστε; "
  Η φωνή της ήταν ευγενική, μαθημένη να μιλάει σε ανώτερους, να υπακούει. Ίσως ήταν κι αυτη εργαζόμενη σε σπίτια όπως η μητέρα της.
"Είμαι η Εγγονή της κυρίας Φραγκελινού. Η κόρη της Ελένης. Έχω έρθει στο νησί πρώτη φορά και ψάχνω ορισμένα πράγματα. Αν θέλατε να μιλήσουμε λιγάκι, θα ήθελα να σας πω κάποια πράγματα και να σας ρωτήσω και ορισμένες λεπτομέρειες που δε ξέρω για την οικογένειά μου "εξήγησε μονορούφι η Νόρα λες και φοβόταν πως αν τα πει αργά, θα έχανε το θάρρος της.
" Η μητέρα σας ζει εδώ, σωστά; Γιατί δε ρωτάτε εκείνη; Εγώ δε θυμάμαι πολλά πράγματα άλλωστε, δε ξέρω αν μπορώ να σας βοηθήσω "φάνηκε διστακτική και απορημένη. Η Νόρα την καταλάβαινε απόλυτα. Πως να ήξερε αυτή η απλή γυναίκα τι συνέβαινε στη ζωή της; Τι γρίφους είχε να λύσει;
" Το μόνο που μπορώ να σας πω είναι πως αν κάτσετε για λίγο μαζί μου και κουβεντιάσουμε θα σας εξηγήσω γιατί ήρθα σε εσάς. Άλλωστε δεν είναι κάτι κακό, ούτε θα σας ρωτήσω κάτι αδιάκριτο. Μερικά πράγματα για την οικογένεια μου μόνο και έπειτα θα σας αφήσω στην ησυχία σας.
   Η Ειρήνη φάνηκε να πείθεται. Κούνησε το κεφάλι της με κατανόηση και έπειτα μίλησε με αποφασιστική φωνή :
"Εντάξει, έχω λίγη ώρα μέχρι να έρθει ο άντρας μου όποτε ελάτε μέσα να τα πούμε ήσυχα."
  Η Νόρα μπήκε στο μικρό σπίτι και βρέθηκε μπροστά σε μια χαμηλοταβανη, ζέστη κουζινίτσα με ένα μικρό τραπεζάκι με σπαστές καρέκλες και ένα ντιβανακι στη γωνία του χώρου.
" Καθίστε, να σας ψήσω έναν καφέ; " ρώτησε ευγενικά η γυναίκα που θαρρείς μετά την απόφαση της να την καλέσει μέσα, είχε απελευθερωθεί και έμοιαζε πιο άνετη.
  Η Νόρα της είπε πως θα έπινε έναν ελληνικό και έτσι περίμενε τη γυναίκα που στεκόταν υπομονετικά πάνω από το γκάζι να φουσκώσει ο καφές στο μπρίκι.
   Όταν αυτός ετοιμάστηκε, τον έβαλε μέσα σε δύο λουλουδένια φλιτζάνακια και τα σέρβιρε στο τραπέζι μαζί με λίγο συκαλάκι γλυκό.
  Αφού έκατσαν και είπαν κάνα δυο λόγια περί ανέμων και υδάτων, η Ειρήνη έφερε πρώτη τη κουβέντα στο βασικό θέμα της συνάντησης τους.
"Συγγνώμη που ήμουν κάπως απότομη πριν αλλά μου φάνηκε παράξενο που μου είπες πως είσαι κόρη της Ελένης. Εγώ ήξερα πως είναι παντρεμένη με το γιο της Ρόζας τον Δημήτρη και έχουν ένα κορίτσι. Αλλά αυτό είναι μικρό δε γινόταν να είσαι εσύ."
   Η Νόρα της είπε μέσες άκρες την ιστορία της Ελένης και του πατέρα της και πως αποφάσισαν να ξαναβρεθούν μετά από χρόνια εκείνη και η μητέρα της. Απέφυγε να πει λεπτομέρειες γιατί δεν ήξερε τι είδους άνθρωπος ήταν η γυναίκα που είχε απέναντι της.
  Ύστερα της εξήγησε πως ήθελε να μάθει περισσότερα για το λόγο που έφυγε η μητέρα της από το σπίτι της για την Αθήνα. Δεν ήξερε ακριβώς πάρα μόνο πως μητέρα και κόρη ήταν τσακωμενες για χρόνια. Της είπε πως δεν ήθελε να ρωτήσει την Ελένη γιατί ήταν ένα θέμα που τη στεναχωρούσε και προτιμούσε να το ψάξει μόνη της.
  Η Ειρήνη έδειχνε να καταλαβαίνει. Άκουγε τις εξηγήσεις της Νόρας και χωρίς πολλές ερωτήσεις ή αδιακρισίες.
"Κοιταξτε να δείτε. Εγώ όταν έφυγε η μητέρα σας από το σπίτι, ήμουν δεκαεφτα χρόνων. Δε δούλευα κανονικά στο σπίτι, μόνο βοηθούσα τη μητέρα μου όταν χρειαζόταν επιπλέον χέρια, μαζί με την αδερφή μου.
  Εκείνη την ημέρα που εδιωξε η κυρία Φραγκελινού από το σπίτι της την Ελένη, ήταν και η τελευταία μέρα που δουλέψαμε στο σπίτι της κι εμείς.
    Η Ειρήνη εξήγησε στη Νόρα τα πάντα για τη γιορτή, την αρρώστια του πατέρα της Ελένης και για το μήνυμα που της είχε δωσει ο Δημήτρης και αυτή το είχε δώσει στην Ελένη. Όπως έξηγησε η γυναίκα, η Ελένη είχε προφασιστεί πονοκέφαλο και είχε φύγει νωρίς από τη γιορτή.
"Έτσι όταν η γιορτή τελείωσε σιγά σιγά και οι καλεσμένοι έφυγαν η γιαγιά σας ανέβηκε πάνω για να δει αν η Ελένη ήταν καλύτερα. Φυσικά δε τη βρήκε πουθενά. Ψάχναμε σαν τις τρελές όλο το σπίτι μέχρι που κάτι κατάλαβε ο πατέρας της Έλενης και ταράχτηκε. Είπε στη γυναίκα του πως ένιωθε ζαλάδα και τον βάλαμε να ξαπλώσει και η κυρία πήρε τηλέφωνο τον γιατρό. Αφού εκείνος της είπε πως θα ερχόταν άμεσα, μας πήρε παράμερα και άρχισε να μας ρωτάει διαφορα για την Ελένη. Ξέρετε, αν είχαμε δει κάτι, κάποιο αγόρι ή αν την είδαμε να φεύγει. Δεν είχα σκοπό να μιλήσω αλλά η αδερφή μου που ήξερε για το σημείωμα  με παρότρυνε μπροστά τους να μιλήσω και έτσι αναγκάστηκα να πω για το σημείωμα του Δημήτρη που ξέραμε τι έγραφε. Ουσιαστικά την καλούσε να τον βρει οπότε βαριόταν στη γιορτή.
  Η κυρία φαινόταν έξαλλη και η μάνα μου είχε θυμώσει τόσο πολύ που με πήρε στη κουζίνα και μου έριξε δύο σκαμπίλια για να μάθω άλλη φορά να μεταφέρω "ραβασάκια".
Τελικά ο γιατρός ήρθε και είπε κάτι στη κυρία για τη καρδιά του αφεντικού. Της είπε πως χρειαζόταν νοσοκομείο και πως έπρεπε να τον μεταφέρουν άμεσα εκεί. Να σου τα πολυλογώ όσο τα έλεγαν αυτά, ο κύριος πέθανε. Εμείς ήμασταν κάτω και καθαρίζαμε αλλά ακούσαμε ένα ουρλιαχτό που πιάστηκε η καρδιά μας. Δε κοτάγαμε να βγούμε από τη κουζίνα, τόσο φοβόμασταν να τη δούμε. Λέγαμε πως τρελαθεί τόσο που τον αγαπούσε.
   Κάτσαμε εκεί και περιμέναμε εντολές. Δε γυρίσαμε καθόλου σπίτι και κάτσαμε εκεί να ετοιμάζουμε όσα θα χρειάζονταν για τον κόσμο που θα ερχόταν για να συλληπηθεί και να έχουμε το σπίτι στην εντέλεια.
  Φωναξανε και τον Ντέλλη, τον νεκροθάφτη και άρχισαν πάνω δουλειές. Κατά το μεσημέρι λίγο πριν αρχινήσει να έρχεται ο κόσμος το απόγευμα, ακούμε φωνές στο σαλόνι. Είχε γυρίσει η μάνα σας. Δε βγήκαμε από το δωμάτιο. Εκείνη μόνο κατέβηκε και αφού την έκανε σκουπίδι, την πέταξε από το σπίτι. 
   Εμείς συνεχίσαμε τις ετοιμασίες, έγινε και η κηδεία και έπειτα η γιαγιά σας μας απέλυσε. Όλους. Τη μάνα μου και εμάς και τη Ρόζα που ήταν μάνα του Δημήτρη. Μάθαμε έπειτα πως πήρε μια άλλη γυναίκα να τη βοηθάει με τη μαγειρική και εμείς δε ξαναπατήσαμε το πόδι μας εκεί.
Κάποτε κάποιος είπε πως είδε την Ελένη στην Αθήνα, κάποια Συριανή μα δε θυμάμαι ποια. Εγώ δεν έδωσα σημασία μέχρι που την είδα εδώ μια μέρα με τον Δημήτρη και το μωρό στο καρότσι να σουλατσάρουν στη πλατεία... "
  Η Νόρα την άκουγε σιωπηλή. Μια τραγική ιστορία. Πολλοί άνθρωποι μπλεγμένοι.
" Πιστεύεις πως ήταν όντως με τον Δημήτρη εκείνο το βράδυ; "
" Έτσι λέω. Έπρεπε να τον γνώριζες τον Δημήτρη τότε. Είχε μια ομορφιά μάγκικη και έναν άγριο αέρα.. Σε όλες μας άρεσε αλλά εκείνος δε κοίταζε φτωχοκόριτσα. Και η γυναίκα που παντρεύτηκε συγγνώμη κιόλας αλλά ένα χαϊβάνι ήταν. Ένα κορίτσι αθώο και νεαρό που δεν είχε βγει έξω από το σπίτι. Αλλά βλέπεις είχε την επιχείρηση και το σπίτι, αυτό που μένουν ακόμη ο Δημήτρης με τη μητέρα σου. Τα βόλεψε καλά...Αλλά ο Δημήτρης θα βολευόταν. Τέτοιοι άνθρωποι δε χάνονται. "είπε πίκρα η Ειρήνη και ήπιε τη τελευταία γουλιά από τον καφέ της.
" Να σε ρωτήσω κάτι τελευταίο βρε Ειρήνη και συγχώρεσε με για το θάρρος. Θέλω μόνο να μου πεις την αλήθεια. Τη μανα μου, τη συμπαθούσες; "
  Η Ειρήνη τη κοίταξε με τα μαύρα σαν κάρβουνα ματιά της και της απάντησε χωρίς να καθυστερήσει λεπτό :
"Το ξέρω πως είναι μάνα σου αλλά εμείς στο σπίτι τη φωνάζαμε κρυφά "μέδουσα" γιατί όλο καπρίτσια ήταν και δεν μας άφηνε σε χλωρό κλαρί. Οπότε όχι δε τη συμπαθούσα αλλά ξέρω σίγουρα ένα πράμα για την Ελένη : θα έκανε τα πάντα για να σώσει το τομάρι της."
Έπεσε μια βαριά σιωπή μετά τα λόγια της Ειρήνης και η Νόρα που ένιωθε τη πίκρα να ανεβαίνει στο στόμα της, πήρε το κουταλάκι και έφαγε μια κουταλιά γλυκό συκαλάκι να συνέλθει.

📍 Καλησπέρα κορίτσια 👭 Μπόλικο το κεφάλαιο σήμερα, γύρισα σπίτι και έτσι είχα λίγο χρόνο παραπάνω. Ελπίζω να σας άρεσε το κεφάλαιο! Αν ναι ξέρετε εσείς, κάντε τα ωραία σας (αστεράκια, σχόλια)! Μέχρι το επόμενο, φλκκκ💕💕💕
  
  

Αγάπης πόλεμοςOù les histoires vivent. Découvrez maintenant