Μισές Αλήθειες

2.6K 207 11
                                        

Η Νόρα περνούσε τις σειρές ξανά και ξανά. Είχε διαβάσει το ημερολόγιο αρκετές φορές και ακόμη δε μπορούσε να χωνέψει όσα είχε διαβάσει.
Το ημερολόγιο κάλυπτε ένα διάστημα περίπου εφτά μηνών και σταματούσε απότομα, πριν προλάβει να τελειώσει το σημειωματάριο, σημάδι πως είτε η μητέρα της το είχε παρατήσει, είτε κάτι την είχε αναγκάσει να το αφήσει ατελείωτο. Η τελευταία καταχώρηση ήταν από μια καλοκαιρινή ημέρα που στο σπίτι των παππούδων της Νόρας θα δινόταν μια δεξίωση για τα γενέθλια του πατέρα της Ελένης.Εικοσιεννέα χρόνια πριν.
Δεν ήξερε η Νόρα τι συνέβη έπειτα από εκείνο το βράδυ μα ένα ήταν σίγουρο. Η μητέρα της δεν έγραψε ποτέ πάλι σε εκείνο το ημερολόγιο.
Η πόρτα χτύπησε και η Νόρα άνοιξε βιαστικά αφού τράβηξε και ταχτοποίησε λίγο το νυχτικό της. Δεν είχε σηκωθεί ακόμη από το κρεβάτι αν και ήταν περασμένες έντεκα και είχε ζητήσει από τα κορίτσια, τις ιδιοκτήτριες αν ήταν δυνατό να της φέρουν το πρωινό στο κρεβάτι λίγο πιο αργά από ο, τι ήταν προγραμματισμένο. Ευτυχώς εκείνες ήταν απόλυτα συνεργάσιμες και έτσι το πρωινό έφτασε στον πλούσιο δίσκο του.
Η Νόρα βολεύτηκε στο κρεβάτι της και καθώς έτρωγε τις φρυγανιές με το μέλι προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει πως το ίδιο εικοσάχρονο κορίτσι που είχε γράψει εκείνες τις σημειώσεις, ήταν η μητέρα της που προσπαθούσε να γνωρίσει καλύτερα εδώ στο νησί.
Οι εντυπώσεις της αν ήθελε να είναι ειλικρινής με τον εαυτό της δεν ήταν καθόλου καλές. Αρχικά το πρώτο που την σόκαρε και την ανησύχησε ήταν πως η μητέρα της είχε σεξουαλικές σχέσεις και με τον πατέρα της, νεαρό σερβιτόρο τότε που είχε για σεζόν στην Σύρο και με τον Δημήτρη, τον άντρα που είχε τώρα δίπλα της. Κανέναν δεν έμοιαζε να αγαπάει αν η Νόρα βασιζόταν σε αυτές τις γραμμές που είχε γράψει τότε. Τους χρησιμοποιούσε για να περνάει καλά και να ξεφεύγει από την αυστηρότητα του σπιτιού της. Ίσως μόνο ο Δημήτρης, να την τραβούσε περισσότερο γιατί έμοιαζαν οι δυο τους. Ήταν πιο εγωιστές και λιγότερο ρομαντικοί και ονειροπόλοι.
Γιατί όμως τελικά παντρεύτηκε τον πατέρα της; Η περιγραφή στο ημερολόγιο δεν έμοιαζε σίγουρα με αγάπη. Ήταν μια σχέση του καλοκαιριού, μια ανοησία που απλώς βοηθούσε να περάσει η ώρα της κακομαθημένης Ελένης.
Στο μυαλό της επικράτησε πανικός όταν για μια στιγμή σκέφτηκε πως η μητέρα της την ίδια χρονική περίοδο έκανε έρωτα πότε με τον έναν και πότε με τον άλλον. Αρχικά πέρασε από το μυαλό της ότι θα μπορούσε να είναι κόρη του Δημήτρη αλλά όχι δεν έβγαιναν τα μαθηματικά. Εκείνη δεν είχε γεννηθεί πάρα δύο χρόνια αργότερα. Ανάσανε και πάλι ανακουφισμένη.
Έπρεπε πάση θυσία να μάθει τι συνέβη εκείνο το βράδυ της 12ης Αυγούστου, είκοσι εννέα χρόνια πριν. Έπρεπε να ρωτήσει κάποιον και σίγουρα αυτός δε θα ήταν η μητέρα της.
Στο μυαλό της γυροφερνε μερικά από τα άτομα που ανεφέρονταν μέσα στο ημερολόγιο. Οι γονείς της Ελένης είχαν πια πεθάνει. Η μητέρα του Δημήτρη, η Ρόζα δεν ήξερε η Νόρα αν ζούσε αλλά σίγουρα θα το έλεγε στο Δημήτρη οπότε δεν ήταν το κατάλληλο άτομο. Ίσως η Μαρίνα, η μαγείρισσα. Αλλά δεν είχε η Νόρα το επώνυμο της πως θα μπορούσε να τη βρει;
Καθώς σκεφτόταν αυτά, καθισμένη στο κρεβάτι με τα κατάλευκα σεντόνια του, χτύπησε το κινητό της. Είδε το όνομα του Μάνου και το άφησε να χτυπάει. Δεν ήθελε να του μιλήσει, άλλωστε ήταν καλύτερα για εκείνον να ασχοληθεί πλέον με την εγκυμοσύνη της Ευρυδίκης.
Όμως εκείνος ήταν επίμονος και ύστερα από λίγα λεπτά ακούστηκε ο ήχος του γραπτού μηνύματος. Η Νόρα το διάβασε αφηρημένα και δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. "Είμαι από κάτω με το αμάξι. Θέλω να μιλήσουμε να σου εξηγήσω. Αν δεν κατέβεις, θα έρθω και θα κάνω φασαρία στην υποδοχή μέχρι να σε δω", της έγραφε και η Νόρα πραγματικά εκνευρίστηκε.
Τι νόμιζε τέλος πάντων ο Μάνος; Πως μπορούσε να τις είχε όλες; Και την Ευρυδίκη έγκυο να τον περιμένει σαν πίστη Πηνελόπη και την ίδια που ακόμη και ο ίδιος δεν ήξερε αν την ήθελε ακόμη ή όχι.
Δεν ήθελε όμως να γίνει ρεζίλι στο ξενοδοχείο, τα κορίτσια ήταν υπέροχα και έκαναν το αδύνατο δυνατόν για να κάνουν τη διαμονή της εκεί ακόμη πιο ευχάριστη.
Φόρεσε βιαστικά ένα μακό γκρι αμάνικο φόρεμα, χτένισε λίγο τα μαλλιά της και φόρεσε τα σανδάλια της. Ένα τελευταίο κοίταγμα στον καθρέφτη και ήταν ήδη στις σκάλες για το ισόγειο.
Η μέρα έξω ήταν και πάλι ηλιόλουστη και τα λίγα αυτοκίνητα κατέβαιναν βιαστικά τον δρόμο προς τη πλατεία.
Λίγο πιο πέρα, στο θέατρο Απόλλων, κάποιοι ήδη έμπαιναν για να περιηγηθούν στη παλιά όπερα του νησιού που κάποτε αποτελούσε κέντρο πολιτισμού.
Μπήκε στο αμάξι βιαστικά και έκλεισε δυνατά τη πόρτα. Εκείνος την περίμενε εκεί αλλά μάλλον δεν φανταζόταν πως θα την έπειθε να κατέβει γι'αυτο και έμοιαζε σοκαρισμένος όταν την είδε δίπλα του.
"Δε πίστευα πως θα έρθεις" άπαντησε και η βαριά του φωνή,ακούστηκε βραχνή και κουρασμένη.
Ο ίδιος έμοιαζε ταλαιπωρημένος και άυπνος. Τα μάτια του είχαν μαύρους κύκλους και τα χέρια του χτυπούσαν νευρικά στο τιμόνι.
"Με απείλησες πως θα κάνεις φασαρία. Δε χρειάζεται να μάθουν και άλλοι άνθρωποι τα θέματα μας" απάντησε κι εκείνη ελαφρώς αφηρημένα. Ήθελε απλώς να σταματήσουν να μιλάνε, να την αφήσει να βρει μια άκρη στο θέμα της μητέρας της και εκείνος να εξαφανιστεί από τη ζωή της.
" Χώρισα την Ευρυδίκη "της δήλωσε ξερά σαν να περίμενε πως μόνο αυτό έφτανε για να λυθούν όλα, για να μπορέσουν πάλι να φτάσουν δύο σημείο που είχαν βρεθεί λίγες μέρες πριν.
"Είναι έγκυος τελικά;" η φωνή της σκληρή, ήξερε να μπαίνει κατευθείαν στη καρδιά του προβλήματος.
" Έτσι λεει! Αλλά ακόμη και αν είναι, δε θέλω να το μεγαλώσω μαζί της. Δε τη θέλω δίπλα μου" της φώναξε και πήγε να την αγκαλιάσει. Ήταν σαν τρελός χωρίς εκείνη.
" Έχεις δίκιο. Πως δε το είχα σκεφτεί εξ αρχής; Μπορούμε να ξανακάνουμε σχέση εμείς οι δύο ενώ έχεις παιδί με άλλη και ενώ με παράτησες και ακόμη δε ξέρεις καν αν θέλεις να είμαστε μαζί ή όχι. Τι θες από εμένα Μάνο; Γιατί δε μ'αφήνεις ήσυχη; Εσύ δε μου είπες πως υπάρχει λόγος που με άφησες; Τώρα τι θες; Έχει εξαφανιστεί αυτό το πρόβλημα, μπορούμε να είμαστε μαζί; "
Ο Μάνος έσκυψε το κεφάλι. Ήταν απελπισμένος αλλά δε μπορούσε να βρει μια λύση. Τη κοίταγε μονο και τα γκρίζα του ματιά έμοιαζαν σαν θολά, μελαγχολικά σύννεφα.
" Όπως το είχα φανταστεί λοιπόν. Δεν είσαι σίγουρος για το τι θες από μένα. Τουλάχιστον πες μου γιατί με άφησες, πες μου τον λόγο για να μπορέσω να σε συγχώρεσω, να προχωρήσουμε μπροστά ελεύθεροι από το παρελθόν που μας βαραίνει." τον παρακάλεσε. Ήταν θυμωμένη μαζί του αλλά ήθελε να μάθει τι ήταν αυτό που τους είχε διαλύσει από την αρχή.
" Δε μπορώ να σου πω. Καταλαβαίνεις; Θα σε σκότωνε "σχεδόν εσφιγγε τα χείλη του για να μην κλάψει έξω η Νόρα είχε ήδη αρχίσει να χάνει τη ψυχραιμία της και ένιωθε τα πρώτα δάκρυα να κυλούν στο πρόσωπο της.
"Να πας στο διάολο τότε.. Ή μάλλον πήγαινε στο σπίτι της Ευρυδίκης που είναι περίπου το ιδιο πράγμα" άκουσε τη φωνή της να ραγίζει και βγήκε γρήγορα από το αμάξι παίρνοντας το δρόμο προς τη πλατεία.
Έκλαιγε αλλά ταυτόχρονα προσπαθούσε να σκεφτεί τι θα μπορούσε να κάνει για να απασχολήσει το μυαλό της με κάτι που δεν αφορούσε το Μάνο. Έτσι έπιασε το κινητό της και έψαξε στη μνήμη ένα νούμερο.
Είχε σκεφτεί ποιον θα ρωτούσε για την 12η Αυγούστου εκείνης της χρονιάς που η Ελένη σταμάτησε να γράφει το ημερολόγιο και ίσως κάτι να έβγαζε από αυτό και τότε θα είχε λύσει τουλάχιστον το ένα από τα προβλήματα της.

(καλησπέρα 🌹 Άργησα λιγάκι αλλά να το το καινούργιο κεφάλαιο!! 💓 γενικώς στα επόμενα κεφάλαια γίνονται πραγματάκια οπότε μείνετε συντονισμένες! Αλήθεια τι πίστευετε πως θα γίνει παρακάτω; Μαντεύετε; 🌹)

Αγάπης πόλεμοςTempat cerita menjadi hidup. Temukan sekarang