Επίσκεψη Στον Πιέρο

2.5K 201 22
                                        

  Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ένιωθε τόσο παγιδευμένη. Στην ουσία το τι είχε συμβεί σε μια οικογένεια τόσα χρόνια πριν, δεν είχε καμία σχέση με τους ανθρώπους του σήμερα. Η μητέρα της τότε ήταν είκοσι χρόνων, μια κοπέλα καλομαθημένη, σε ένα νησί κάτω από ιδιαίτερες συνθήκες. Δε μπορούσε όμως να ησυχάσει, το ένστικτο της την προειδοποιούσε πως όλα αυτά που είχε μάθει συνδέονταν κατά κάποιο τρόπο με το παρόν.
   Την είχε πιάσει μια απίστευτη μανία να μάθει περισσότερα, να καταλάβει αν η μητέρα της έκρυβε και άλλα πράγματα. Για πρώτη φορά μέσα της είχε αρχίσει να γεννιέται η ιδέα πως όντως η μητέρα της θα μπορούσε να την έχει πλησιάσει για τα λεφτά της,για τη περιουσία που της είχε αφήσει η γιαγιά της.
   Όμως δεν της είχε κάνει καμία νύξη για χρήματα ούτε της είχε ζητήσει τίποτα. Άλλωστε οι μέρες της στη Σύρο τελείωναν και σύντομα θα επέστρεφε στην Αθήνα και στις δουλειές της.
   Ένιωσε την ανάγκη να μιλήσει σε κάποιον και ο καταλληλότερος αυτή τη στιγμή ήταν ο Πιέρος. Μετά από την ημέρα στο σπίτι στα βαπόρια, δεν είχαν μιλήσει.
  Η πρώτη της ιδέα ήταν να του τηλεφωνήσει. Αλλά έπειτα σκέφτηκε πως ακόμη και η ίδια μερικές φορές ήταν τόσο μετρημένη, τόσο προβλέψιμη. Πάντα έκανε τα ίδια πράγματα και φοβόταν να γίνει αυθόρμητη, να κάνει τρέλες για κάποιον. Να ερωτευτεί και πάλι.
   Αποφάσισε πως θα πήγαινε από το εργαστήρι του, να το δει από κοντά και να δει κι εκείνον. Αν ήταν μόνος και προλάβαινε ίσως και να της έδειχνε πως έφτιαχναν τις μαρμελάδες. Αν πάλι ήταν εκεί ο πατέρας τους ή κάποιος δικός του, θα έφευγε διακριτικά.
    Το μόνο πρόβλημα ήταν πως δεν ήξερε τη διεύθυνση της επιχείρησης.Έτσι άνοιξε το Internet στο κινητό της και έψαξε στο Google τη διεύθυνση της επιχείρησης. Τη βρήκε και έπειτα τη πέρασε στους χάρτες του GPS που είχε στο κινητό της. Ήταν λίγο μακριά αλλά είχε υπερένταση και είχε ανάγκη το περπάτημα. Ευτυχώς είχε προλάβει να φάει λίγο και να ξεκουραστεί κι έτσι ένιωθε πολύ καλύτερα μετά τη πρωινή εξόρμηση στην Άνω Σύρα και τη συζήτηση με την Ειρήνη.
    Ο άνεμος φύσαγε αναζωογονητικά και της θύμιζε στιγμές που ένιωθε δυνατή και γεμάτη ζωή. Κάποτε στη παραλία της Θεσσαλονίκης όταν ήταν στην αγκαλιά του Μάνου και περπατούσαν δίπλα στη πολύβουη λεωφόρο Νίκης χωρίς να τους νοιάζει τίποτα. Ήταν αθώοι και ερωτευμένοι. Ή έτσι πίστευε εκείνη τότε που ήταν και αθώα και ερωτευμένη. Ο Μάνος προφανώς δεν ήταν τίποτα από τα δύο.
    Περπάτησε πολύ και άφηνε πίσω της τα γραφικά στενά της Ερμούπολης, τις ταβέρνες που γαλήφικα με τις ευωδιές τότε καλούσαν για έναν απογευματινό μεζέ και τα μαγαζάκια με τα σουβενίρ και τις πολύχρωμες βιτρίνες.
   Έφτασε σε ένα σημείο που η πόλη έμοιαζε λιγότερο τουριστική και περισσότερο χωμένη στους γρήγορους ρυθμούς. Το gps της έδειχνε πως έφτανε και έτσι άρχισε να κοιτάει προσεχτικά τα κτίρια και τα στενά που προσπερνούσε.
  Έστριψε δεξιά σε ένα στενάκι, δίπλα σε ένα ιχθυοπωλείο και περπάτησε ευθεία όπως της έλεγε ο χάρτης. Μπροστά της βρήκε ένα διώροφο κτίριο με χαμηλό φράχτη και μια είσοδο που έμοιαζε ήσυχη χωρίς τη παρουσία ανθρώπου.
  Η ταμπέλα στη κορυφή του έγραφε "san loukoumi - Φραγκίσκος Καλογήρου και υιός".
Κατάλαβε πως είχε φτάσει και ξαφνικά η ιδέα της έκπληξης της φάνηκε μια ανοησία. Τι στο καλό σκεφτόταν; Ο άνθρωπος ήταν στη δουλειά του και ίσως μάλιστα να ήταν και ο πατέρας του έδω. Ως τι θα εμφανιζόταν αυτή εκεί; Μισούσε τις άβολες χαιρετούρες και τις πρώτες κουβέντες με ανθρώπους που δε γνώριζε.
  Της πέρασε από το μυαλό η σκέψη πως ίσως να μην ήταν κανείς εκεί αλλά μπαίνοντας σιγανά στην αυλή, είδε στο εσωτερικο παρκινγκ το αμάξι του Πιέρου και σιγουρεύτηκε πως ήταν κάπου μέσα στο κτίριο και δούλευε.
Το παράξενο ήταν πως η ώρα ήταν 7 και κάνεις από τους υπαλλήλους δε φαινόταν πουθενά. Που είχαν πάει όλοι;
Έπειτα σαν να επανήλθε στη πραγματικότητα, θυμήθηκε πως ήταν Σάββατο απόγευμα και σίγουρα εκτός από τους ιδιοκτήτες, κανείς άλλος δε θα βρισκόταν στην επιχείρηση.
     Πήρε μια ανάσα και έπειτα αποφάσισε να μπει στο κτίριο, θα έριχνε μια ματιά και έπειτα αν διαπίστωνε πως ο Πιέρος ήταν μόνος του τότε θα εμφανιζόταν για την έκπληξη που είχε σκεφτεί.
   Μπήκε στον μεγάλο διάδρομο και εστριψε δεξιά χωρίς να έχει ιδέα που πηγαίνει. Προσπέρασε μερικές  πόρτες που δοκίμασε αλλά ήταν κλειδωμένες και όταν έφτασε στο τέλος του διαδρόμου, βρέθηκε στη μικρή σκάλα που οδηγούσε στον πάνω όροφο. Σκέφτηκε πως ίσως έπρεπε να γυρίσει πίσω και να δει μήπως ο Πιέρος ήταν αριστερά αλλά για κάποιο περίεργο λόγο ένιωθε πως ήταν ζωτικής σημασίας να παραμείνει ήσυχη και κρυμμένη.
  Ένας θόρυβος από τον πάνω όροφο την οδήγησε στο συμπέρασμα πως ο Πιέρος ήταν πάνω οπότε ανέβηκε βιαστικά τη σκάλα. Προχώρησε πάλι προς τα αριστερά αυτή τη φορά και πέρασε κάποιους χώρους που ήταν πιθανώς για τη συσκευασία και την αποθήκευση. Μπροστά της έβλεπε έναν μεγάλο χώρο που έμοιαζε με εργαστήριο και είχε μεγάλους πάγκους και διάφορα εργαλεία. Μπορούσε να δει πολύ καθαρά στο εσωτερικό καθώς όλο το δωμάτιο έμοιαζε φτιαγμένο από γυαλί. Οι διαφανείς τζαμαρίες του γυάλιζαν από καθαριότητα και μέσα ο Πιέρος όρθιος φαινόταν να γράφει κάτι στο laptop. Ήταν πλάτη σε εκείνη και δε μπορούσε να την δει. Η Νόρα ήταν έτοιμη να φτάσει σε λίγο στο τέλος του διαδρόμου και να μπει στο δωμάτιο αγκαλιάζοντας τον, όταν άκουσε πίσω της βήματα που έρχονταν από τη σκάλα. Κάποιος ανέβαινε.
  Χωρίς να καταλάβει τι έκανε καλά καλά χώθηκε βιαστικά σε μια μισάνοιχτη πόρτα στα δεξιά του διαδρόμου και την έκλεισε πίσω της . Για καλή της τύχη το δωμάτιο είχε κι αυτό μια μικρή τζαμαρία που είχε θέα προς τον διάδρομο και τραβώντας πολύ απαλά το στόρι, προσπάθησε σκυμμένη όπως ήταν να δει ποιος περνούσε.
  Η αλήθεια είναι πως καθώς περίμενε ένιωσε πολύ παράξενα. Είχε ξεκινήσει να βρει τον Πιέρο απλώς για να του κάνει έκπληξη και τώρα είχε βρεθεί κρυμμένη σε ένα σκοτεινό δωμάτιο που μύριζε μπλάνκο. Γιατί είχε αυτή τη παράξενη ικανότητα να παίρνει το πιο απλό πράγμα και να το κάνει δύσκολο; Γιατί δε μπορούσε απλά να τον πάρει τηλέφωνο ή τέλος πάντων αφού έφτασε μέχρι εδώ, να μπει θαρρετά μέσα και να τον χαιρετήσει και ας ερχόταν οποίος ήθελε έπειτα. Θα τον χαιρετούσε οποίος και αν ήταν, θα συστήνονταν και τέλος.
Έτριψε τα μάτια της που την έτσουζαν και έπειτα κάρφωσε πάλι το βλέμμα της στο τζάκι.
Κι εκεί καθώς περίμενε ανυποψίαστη, είδε το τελευταίο άτομο που θα περίμενε ποτέ να επισκεφτεί τον Πιέρο.

(καλησπέρα 🌹 Τι κάνετε; μικρό το κεφάλαιο σήμερα το ξέρω αλλά ηθελα να το κόψω εδώ να έχουμε λίγη αγωνία. Ποιο λέτε να είναι το άτομο που ήρθε; 🌹Σας στέλνω φιλιά και ανυπομονώ για το επόμενο κεφάλαιο!)

Αγάπης πόλεμοςWhere stories live. Discover now