| Κεφάλαιο 35 |

83 5 2
                                        


Κεφάλαιο 35: Μνήμη

«Μαμά, θα πάμε και φέτος στον τάφο του θείου;»

«Ναι, Μανώλη μου.» Το οκτάχρονο αγόρι σκυθρώπιασε. «Τι έγινε; Δεν θέλεις;»

«Θέλω.», είπε και μούτρωσε παραπάνω. 

«Αλλά τι έγινε;»

«Θέλω και να τον γνωρίσω. Συνέχεια λες για αυτόν ότι ήταν ο καλύτερος. Ήθελα να τον γνωρίσω.»

Η μαμά του τον πήρε στην αγκαλιά της. «Ήταν υπέροχος άνθρωπος. Αλλά αν ζούσε τώρα, μάλλον δεν θα υπήρχες κι εσύ. Ήταν τόσο καλός που άφησε εσένα να γεννηθείς.»

«Ναι, αλλά εγώ δεν θέλω να έχω πάρει την θέση του. Εγώ δεν είμαι τόσο καλός όσο αυτός.»

Βούρκωσε και ήταν έτοιμη να κλάψει. Πώς να μην το κάνει; Οι πληγές της που ακόμα δεν είχαν κλείσει, σε συνδυασμό με την ευαισθησία του παιδιού της, την διέλυαν. «Είσαι όσο καλός ήταν κι αυτός. Μην σου πω και καλύτερος.»

«Όχι, δεν είμαι. Είμαι κακός.» 

«Γιατί να είσαι κακός Μάνο μου;» Τον έβγαλε από την αγκαλιά της και πιάνοντάς τον από τα μπράτσα του τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. Γιατί να λέει ότι είναι κακός;

«Σήμερα στο σχολείο, η Κυριακή χτύπησε όταν παίζαμε κρυφτό κι εγώ αντί να δω αν είναι καλά, συνέχισα να παίζω και πήγα να τα φτύσω.», είπε με το πιο μουτρωμένο προσωπάκι που είχε δει ποτέ μπροστά της. Ήταν έτοιμος να κλάψει. 

Εκείνη γέλασε. 
«Θες να σου πω μια ιστορία για τον θείο;», ρώτησε και ο Μανώλης έγνεψε αμέσως θετικά. Χωρίς να τον ξέρει, χωρίς να τον έχει γνωρίσει ποτέ, τον αγαπούσε και ήθελε συνεχώς να ακούει δικές του ιστορίες. Ήθελε να του μοιάσει.

Τον έβαλε να καθίσει στα πόδια της και άρχισε να του μιλάει για τον πολυαγαπημένο του θείο. «Ο θείος Μάνος, όταν ήμασταν στην ηλικία σου κοντά, ήταν πραγματικά αγύριστο κεφάλι. Αν ήθελε κάτι, δεν μπορούσες να του αλλάξεις γνώμη. Ό,τι ήθελε, το έπαιρνε. Μια μέρα, λοιπόν, -χειμώνας ήταν- είχαμε πάει όλη η παρέα μας στο σπίτι μιας φίλης μου για να παίξουμε. Εκεί-»

«Ποια φίλη σου;»

«Δεν έχει σημασία πια.», πρόφερε και έμεινε για λίγο σιωπηλή. Όντως δεν είχε σημασία πια. Όλα τελείωσαν.
Συνέχισε, «Εκεί στο σπίτι της φίλης μου, είχαμε μπει κρυφά στο δωμάτιο του αδελφού της, που ήταν κάποια χρόνια μεγαλύτερος. Εγώ μόλις μπήκα μέσα, έτρεξα να κάτσω πάνω στο κρεβάτι του. Δεν με ενδιέφεραν πολύ τα πράγματα που είχε στο δωμάτιό του. Ποτέ δεν μου άρεσαν τα αυτοκινητάκια και όλα αυτά. Πάνω στο κρεβάτι είχε ένα ασημί θυμάμαι αυτοκινητάκι. Εγώ απλά το είδα και το πήρα στα χέρια μου, για έχω να ασχοληθώ με κάτι. Όταν όμως το είδε ο θείος σου, έτρεξε κατευθείαν πάνω μου να μου πάρει το αυτοκινητάκι. Εγώ δεν του το έδωσα από πείσμα· εγώ το είχα πάρει πρώτη. Εκείνος όμως άρχισε να παλεύει για να το πάρει -εγώ δεν έκανα τίποτα- και τελικά με μια απότομη κίνηση και με την δύναμη που είχε πέσει πάνω μου για να πάρει το αυτοκινητάκι, χτύπησα το κεφάλι μου στο ξύλινο κρεβάτι. Πόνεσα πάρα πολύ, άρχισα να κλαίω και όλοι ήρθαν αμέσως να δουν τι έπαθα, εκτός από τον θείο Μάνο που μου είχε πάρει το αυτοκινητάκι και έπαιζε άνετος στο πάτωμα του δωματίου. Για δύο εβδομάδες ήμουν με καρούμπαλο στο κεφάλι μου, αλλά ο θείος το αυτοκινητάκι το πήρε.»

You've reached the end of published parts.

⏰ Last updated: Jan 19, 2024 ⏰

Add this story to your Library to get notified about new parts!

Lost & FoundStories to obsess over. Discover now